Στις 7 Αυγούστου 2004, έγιναν τα εγκαίνια της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, ένα από τα μεγαλύτερα και πιο απαιτητικά τεχνικά έργα που είχαν κατασκευαστεί ποτέ στη χώρα. Για πρώτη φορά ενώθηκε κατ’ αυτόν τον τρόπο η Πελοπόννησος με τη Στερεά Ελλάδα, 115 χρόνια από τη στιγμή που ο Χαρίλαος Τρικούπης είχε μιλήσει στη Βουλή για την ανάγκη γεφύρωσης του στενού.
22 χρόνια αργότερα, η γέφυρα που φέρει επίσημα το όνομα «Χαρίλαος Τρικούπης» εξακολουθεί να αποτελεί ένα από τα πλέον αναγνωρίσιμα σύγχρονα τοπόσημα της Ελλάδας και ένα διεθνώς αναγνωρισμένο επίτευγμα της μηχανικής. Η κατασκευή της ήταν μια τεράστια πρόκληση. Οι μηχανικοί έπρεπε να δημιουργήσουν μια γέφυρα σχεδόν τριών χιλιομέτρων πάνω από βαθιά νερά, σε μια ιδιαίτερα σεισμογενή περιοχή, με σαθρό πυθμένα, ισχυρούς ανέμους και σημαντικές τεκτονικές μετακινήσεις.
Το όραμα του Χαρίλαου Τρικούπη
Η ιστορία της γέφυρας ξεκινά πολύ πριν εμφανιστούν τα τεχνικά μέσα που θα μπορούσαν να κάνουν πραγματικότητα ένα τέτοιο έργο. Στις 29 Μαρτίου 1889 ο Χαρίλαος Τρικούπης μίλησε στη Βουλή για την ανάγκη γεφύρωσης του Στενού Ρίου-Αντιρρίου. Οραματιζόταν μια μόνιμη σύνδεση της Αχαΐας με τη δυτική Στερεά Ελλάδα, η οποία θα δημιουργούσε παράλληλα έναν σύγχρονο άξονα επικοινωνίας της Πελοποννήσου με την Ήπειρο και τη βορειοδυτική Ελλάδα.
Για τα οικονομικά και κυρίως τα τεχνικά δεδομένα του 19ου αιώνα, ωστόσο, η ιδέα βρισκόταν πολύ μπροστά από την εποχή της. Χρειάστηκε να περάσει περίπου ένας αιώνας μέχρι να αρχίσει να παίρνει συγκεκριμένη μορφή. Το Ελληνικό Δημόσιο προκήρυξε το 1991 διαγωνισμό για τη μόνιμη ζεύξη, ενώ οι δεσμευτικές προσφορές κατατέθηκαν τον Δεκέμβριο του 1993.
Στις 3 Ιανουαρίου 1996 υπογράφηκε η Σύμβαση Παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΓΕΦΥΡΑ Α.Ε. για τη χρηματοδότηση, τη μελέτη, την κατασκευή, τη συντήρηση και τη λειτουργία της γέφυρας. Η σύμβαση τέθηκε πλήρως σε ισχύ τον Δεκέμβριο του 1997, μετά την ολοκλήρωση του χρηματοδοτικού σχήματος.



