Το όνειρο της επιστροφής στα θρανία έγινε εφιάλτης
Η έννοια του «Σχολείου Δεύτερης Ευκαιρίας» (ΣΔΕ) εµπεριέχει από τη φύση της την ελπίδα. Είναι ένας θεσµός σχεδιασµένος να προσφέρει µια νέα αφετηρία σε ανθρώπους που η ζωή, οι συγκυρίες ή οι προκαταλήψεις τους στέρησαν το δικαίωµα στην εκπαίδευση. Ωστόσο, για τον Άκη Κώστογλου από το Λάππα Αχαΐας, αυτή η δεύτερη ευκαιρία µετατράπηκε σε µια επώδυνη υπενθύµιση ότι ορισµένα κοινωνικά αντανακλαστικά παραµένουν αγκυλωµένα στο παρελθόν.
Η πρόσφατη καταγγελία του κ. Κώστογλου για συστηµατικό εκφοβισµό, οµοφοβική συµπεριφορά και θεσµική αδράνεια εντός του σχολικού περιβάλλοντος, δεν αποτελεί απλώς ένα τοπικό περιστατικό. Είναι η ακτινογραφία µιας κοινωνίας που, ενώ εξελίσσεται στα χαρτιά, συχνά αποτυγχάνει στην πράξη να προστατεύσει την αξιοπρέπεια των πιο ευάλωτων µελών της.
Το Χρονικό µιας Προαναγγελθείσας Στοχοποίησης
Όλα ξεκίνησαν µε τις καλύτερες προθέσεις. Με την προτροπή ψυχολόγου του Δήµου, ο Άκης Κώστογλου αποφάσισε να επιστρέψει στα θρανία στο σχολείο της Βάρδας. Στόχος του ήταν να σπάσει τον κύκλο της αποµόνωσης και να αποκτήσει το απολυτήριο του Γυµνασίου – ένα εφόδιο απαραίτητο για την κοινωνική και επαγγελµατική του επανένταξη.
Όµως, ο αρχικός ενθουσιασµός γρήγορα έδωσε τη θέση του στον φόβο. Σύµφωνα µε την καταγγελία του, ο κ. Κώστογλου έγινε δέκτης µιας κλιµακούµενης ψυχολογικής βίας. «Άρχισα να βιώνω άσχηµες καταστάσεις, έκαναν µατιές πίσω από την πλάτη µου, µε κορόιδευαν µε χειρονοµίες», αναφέρει χαρακτηριστικά. Η κατάσταση κορυφώθηκε όταν οµοφοβικοί χαρακτηρισµοί άρχισαν να ακούγονται δηµόσια µέσα στην τάξη, όχι µόνο για τον ίδιο αλλά και για άλλους συµµαθητές του, δηµιουργώντας ένα τοξικό περιβάλλον που καθιστούσε τη φοίτηση αδύνατη.
Η ανησυχητική απάντηση
Το πλέον ανησυχητικό στοιχείο της υπόθεσης δεν είναι η συµπεριφορά των θυτών –η οποία είναι καταδικαστέα αλλά συχνά αναµενόµενη σε µη ελεγχόµενα περιβάλλοντα– αλλά η στάση των υπευθύνων. Ο κ. Κώστογλου ισχυρίζεται ότι απευθύνθηκε στην ψυχολόγο του σχολείου αναζητώντας προστασία. Η απάντηση που έλαβε, ωστόσο, ήταν µια κλασική περίπτωση «µετάθεσης ευθύνης στο θύµα» (victim blaming).
Σύµφωνα µε τον καταγγέλλοντα, του ζητήθηκε να κάνει υποµονή, να «µην δίνει σηµασία» και να ξεπεράσει τις δικές του «ενοχές» για την ταυτότητά του. Αντί το σχολείο να παρέµβει για να σωφρονίσει τους θύτες και να διασφαλίσει έναν ασφαλή χώρο µάθησης, πρότεινε στο θύµα να αναπτύξει «αντισώµατα» στην ταπείνωση. Αυτή η στάση, αν επιβεβαιωθεί, εκθέτει ανεπανόρθωτα τις υποστηρικτικές δοµές του ΣΔΕ, οι οποίες οφείλουν να λειτουργούν ως δίχτυ ασφαλείας και όχι ως άλλοθι για τη διατήρηση του status quo.
Ένας Αγώνας Δεκαπέντε Ετών
Για να καταλάβει κανείς το βάθος της οδύνης του Άκη Κώστογλου, πρέπει να ανατρέξει στο παρελθόν. Ο Άκης δεν είναι ένας άνθρωπος που «ανακάλυψε» σήµερα τον ακτιβισµό ή τη δηµόσια καταγγελία. Ήδη από το 2010, είχε γίνει το πρόσωπο µιας εµβληµατικής καµπάνιας για τα δικαιώµατα των ΛΟΑΤΚΙ ατόµων στην ελληνική επαρχία.
Μέσα από το ντοκιµαντέρ «The Plight of the Only Gay in the Village» και την ιστορική του συνέντευξη στο περιοδικό Screw και τη LiFO, είχε περιγράψει τη ζωή στο Λάππα ως µια διαρκή «κόλαση». Είχε µιλήσει για συγχωριανούς που αρνούνταν να φάνε µε το ίδιο κουτάλι, για ύβρεις στο δρόµο και για µια κοινωνία που τον χρησιµοποιούσε ως «καθρέφτη» των δικών της απωθηµένων.
Το γεγονός ότι το 2025, δεκαπέντε χρόνια µετά εκείνες τις αποκαλύψεις, ο ίδιος άνθρωπος βρίσκεται ξανά στην ίδια θέση –να αµύνεται απέναντι στον ίδιο πρωτόγονο εκφοβισµό– αποτελεί µια οδυνηρή διαπίστωση για την ταχύτητα των αλλαγών στην ελληνική περιφέρεια. Ο Άκης Κώστογλου έχει πληρώσει ακριβά το τίµηµα της ειλικρίνειας σε έναν τόπο που συχνά προτιµά τη σιωπή και το «φαίνεσθαι».
Η ρήξη ήρθε όταν η αγανάκτηση ξεπέρασε τα όρια της υποµονής. Ο κ. Κώστογλου αποχώρησε από το µάθηµα φωνάζοντας ότι θα καταγγείλει τα περιστατικά στο Υπουργείο Παιδείας. Η αντίδραση, όπως υποστηρίζει, ήταν άµεση και εκδικητική. Καταγγέλλει ότι δέχθηκε απειλές πως θα κατηγορηθεί ο ίδιος για βιαιοπραγία κατά καθηγήτριας και για φθορές στο σχολείο – κατηγορίες που ο ίδιος χαρακτηρίζει ανυπόστατες και κατασκευασµένες για να τον εκφοβίσουν.
Αυτή η τακτική, η «αντεπίθεση» των κατηγοριών, είναι µια γνωστή µέθοδος φίµωσης θυµάτων bullying. Όταν το θύµα αντιδρά σπασµωδικά λόγω της πίεσης, οι θύτες ή οι αδρανείς παρατηρητές χρησιµοποιούν αυτή την αντίδραση για να το παρουσιάσουν ως «θύτη», ακυρώνοντας έτσι την ουσία της αρχικής καταγγελίας.
Το Νοµοθετικό Κενό και η Κοινωνική Ευθύνη
Σε δήλωσή του στον «Ν», ο Άκης Κώστογλου θίγει µια µεγάλη αλήθεια: «Ξέρω ότι στην Ελλάδα δεν βρίσκει το δίκιο του όταν χρόνια είναι θύµα bullying, γιατί απλά δεν υπάρχει σε ισχύ η νοµοθεσία για τέτοια σοβαρά θέµατα». Παρόλο που τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει βήµατα για την αντιµετώπιση του σχολικού εκφοβισµού στην πρωτοβάθµια και δευτεροβάθµια εκπαίδευση, τα Σχολεία Δεύτερης Ευκαιρίας και η εκπαίδευση ενηλίκων συχνά παραµένουν σε µια «γκρίζα ζώνη» εποπτείας.
Επιπλέον, η οµοφοβική βία στην επαρχία συχνά υποβαθµίζεται ως «ιδιαιτερότητα της τοπικής κουλτούρας» ή ως «αστεϊσµός», στερώντας από τα θύµατα τη δυνατότητα νοµικής και κοινωνικής δικαίωσης.
Η υπόθεση του Άκη Κώστογλου δεν αφορά µόνο τον ίδιο. Αφορά κάθε πολίτη της Αχαΐας που πιστεύει ότι η παιδεία είναι ο δρόµος προς την ελευθερία. Όταν ένα σχολείο γίνεται χώρος αποκλεισµού αντί για χώρο ένταξης, τότε ολόκληρος ο θεσµός αποτυγχάνει.
Ο ίδιος απευθύνθηκε και στον Δήµαρχο Ανδραβίδας- Κυλλήνης, Ιωάννη Λέντζα, όπου βρίσκεται το σχολείο δεύτερης ευκαιρίας.



