Το έγκλημα στο «Αβαντάζ» της Αγίου Ανδρέου εξακολουθεί και συγκλονίζει! Τρεις από τους εμπλεκόμενους στον ξυλοδαρμό μέχρι θανάτου του 30χρονου Κώστα Μπασιλάρη, βρίσκονται ήδη στην φυλακή. Αλλοι 6 έχουν αφεθεί ελεύθεροι με περιοριστικούς όρους και ετοιμάζονται για την δίκη. Η οικογένεια Μπασιλάρη εκτός από τη μήνυση καταθέτει και αγωγή. Αλλωστε ο εκλιπών άφησε πίσω του έξι παιδιά.
Θύματα αυτής της ιστορίας και οι ιδιοκτήτες του «Αβαντάζ». Τα αδέλφια Αντώνης Καμπάκος και Γιάννης Ρουμελιώτης δεν ήσαν καν στο μαγαζί όταν έγινε το φονικό. «Αν ήμασταν θα το είχαμε αποτρέψει» μας λέει ο κ. Καμπάκος. Και ο δικηγόρος τους Χρήστος Τσόλκας διαβεβαιώνει πως οι δύο άνδρες – ιδιοκτήτες του χώρου και άλλων καταστημάτων είχαν μεταβεί σπίτι τους και την ώρα του φονικού κοιμόντουσαν!
Οι δύο άνδρες δεν έχουν λειτουργήσει το μαγαζί τους σεβόμενοι τον θρήνο της οικογένειας του 30χρονου ρομά. Όμως η οικονομική καταστροφή για αυτούς είναι αναμφισβήτητα μεγάλη. Ας μην ξεχνάμε ότι κάποιοι προκάλεσαν ανυπολόγιστες ζημιές και στο καφέ που διατηρούν στην περιοχή των Προσφυγικών. Σύμφωνα με το κατηγορητήριο, απεδείχθη πώς κανείς από τους υπαλλήλους του καταστήματος δεν ενεπλάκη στο επεισόδιο. Ούτε οι τρεις γυναίκες ούτε και άνδρας. Οι εμπλεκόμενοι ήσαν πελάτες που όπως είναι γνωστό «αρπάχτηκαν» μεταξύ τους για ψύλλου πήδημα και τελικά… φθάσαμε στον άγριο ξυλοδαρμό και τον θάνατο του Κώστα Μπασιλάρη. Και οι δύο ιδιοκτήτες συλλυπούνται τα μέλη της οικογένειας, εκφράζουν την οδύνη τους για ότι συνέβη, επισημαίνουν όμως ότι δεν έχουν την παραμικρή εμπλοκή και αδίκως κάποιοι τους κατηγόρησαν!
ΤΟ ΚΑΤΑΓΡΑΦΙΚΟ
Η μοναδική κατηγορία που αντιμετώπισαν οι δύο ιδιοκτήτες ήταν αυτή της απόκρυψης του καταγραφικού από τις κάμερες. Ο ένας όμως αθωώθηκε από το Δικαστήριο και καταδικάστηκε ο δεύτερος. Από την έρευνα προέκυψε πως από ντουλάπι της κουζίνας, είχε αφαιρεθεί το καταγραφικό των 16 καμερών «παρακολούθησης», την ώρα όμως που Καμπάκος και Ρουμελιώτης δεν ήσαν εκεί. Ο ένας είπε στους αστυνομικούς πως λόγω ανακαίνισης του καταστήματος, το καταγραφικό το είχε παραδώσει για φύλαξη σε εταιρεία σεκιούριτι, από την οποία δεν το είχε παραλάβει. Ισχυρισμός, ωστόσο που κατέπεσε από τον υπεύθυνο ιδιωτικής εταιρείας φύλαξης, ο οποίος φέρεται στην κατάθεση του να δήλωσε πως μετά την ανακαίνιση, οπότε και εγκαταστάθηκε ολοκληρωμένο σύστημα παρακολούθησης με καταγραφικό ουδέποτε κανείς από τους συνιδιοκτήτες «τους ενόχλησαν για κάποια βλάβη του μηχανήματος ή τους παρέδωσαν προς έλεγχο».
Εξέλιξη που οδήγησε στη σύλληψη των δυο επιχειρηματιών με τις κατηγορίες της ψευδούς κατάθεσης, υπόθαλψης και παρεμπόδισης δικαιοσύνης κατά συναυτουργία και παραπέμφθηκαν να δικαστούν στο αυτόφωρο.
Ο ένας κρίθηκε αθώος, ενώ στον δεύτερο το δικαστήριο επέβαλλε ποινή φυλάκισης ποινή φυλάκισης 3 ετών και 9 μηνών. Ωστόσο, άσκησε έφεση, η οποία έχει αναστέλλουσα δύναμη μέχρι τη δίκη με αποτέλεσμα να αφεθεί ελεύθερος. Θα πρέπει να τονιστεί πώς και οι δύο στη συνέχεια υποστήριξαν πώς φοβήθηκαν (δικαιολογημένα) γι αυτό και δεν έδωσαν το καταγραφικό. Και στο Δικαστήριο θα αποδείξουν πώς σχεδόν αμέσως μετά το παρέδωσαν γιατί δεν είχαν κανένα λόγο να αποκρύψουν το σκηνικό του εγκλήματος. Αλλωστε χάρη στις κάμερες φάνηκε καθαρά ποιοι ήσαν οι ένοχοι.




