Συνέντευξη στον Διονύση Ζακυνθινό (ΓΝΩΜΗ)
Χωρίς τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις δεν υπάρχει οικονομία, διαμηνύει μιλώντας στη «Γ» ο πρόεδρος της ΓΣΕΒΕΕ, Γιώργος Καββαθάς, επισημαίνοντας ότι αυτές έχουν το 83% της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα. Και γι’ αυτό, όπως υπογραμμίζει, η μικρομεσαία επιχείρηση είναι αυτή που κρατά την κοινωνική συνοχή στη χώρα.
Ο κ. Καββαθάς, ο οποίος βρέθηκε πριν από λίγες μέρες στην Πάτρα και συμμετείχε σε ευρεία σύσκεψη στα γραφεία της ΟΕΒΕΣΝΑ, τονίζει ότι τα μεγαλύτερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα είναι η έλλειψη ρευστότητας και χρηματοδότησης, το λειτουργικό κόστος, καθώς και οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις.
Επιπλέον, ο κ. Καββαθάς κάνει εκτενή αναφορά στην τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ, τα ευρήματα της οποίας αποτυπώνουν τη δυσμενή οικονομική κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει πολλά νοικοκυριά.
Η ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ
Στη σημερινή, παγκοσμιοποιημένη, οικονομία ποιο θα μπορούσε να είναι το μέλλον της μικρομεσαίας επιχείρησης;
Το μέλλον των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, είτε μιλάμε για την Ελλάδα είτε για την Ευρώπη, είναι ένα και μοναδικό: να είναι στο προσκήνιο των πολιτικών, τόσο της Ευρωπαϊκής Ένωσης όσο και της ελληνικής κυβέρνησης. Γιατί οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις στην Ελλάδα έχουν το 83% της απασχόλησης στον ιδιωτικό τομέα και έχουν περισσότερο από το 60% της προστιθέμενης αξίας. Άρα, χωρίς αυτές δεν υπάρχει οικονομία.
Και μη ξεχνάτε ότι η μικρομεσαία επιχείρηση είναι αυτή που κρατά την κοινωνική συνοχή, που είναι το απαραίτητο συστατικό για να έχουμε σταθερότητα, κοινωνική και οικονομική στη χώρα.
Ωστόσο, υπάρχει και η άποψη ότι το μέλλον των μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων περνάει μέσα από τη συγχώνευση τους για τη δημιουργία μεγαλύτερων επιχειρηματικών σχημάτων. Εσείς τι λέτε;
Δεν έχω διαφορετική άποψη, ότι χρειάζονται οι συγχωνεύσεις, ειδικά των πολύ μικρών επιχειρήσεων, είτε των ατομικών επιχειρήσεων είτε των αυτοαπασχολούμενων. Είναι ένα θέμα που απασχολεί και εμάς. Οι συνενώσεις ατομικών επιχειρήσεων ή αυτοαπασχολούμενων είναι μια αναγκαία διαδικασία για να μπορέσουμε να γίνουμε ανταγωνιστικότεροι, να κάνουμε οικονομίες κλίμακος και να δημιουργήσουμε αλυσίδες αξίας. Αυτό, όμως, χρειάζεται κουλτούρα. Δεν είναι κάτι το οποίο γίνεται από τη μια μέρα στην άλλη. Και δεν γίνεται χωρίς να υπάρχουν αντίστοιχα μέτρα από την πλευρά της πολιτείας.
Πάντως, αυτή η συζήτηση καθίσταται επίκαιρη από το γεγονός ότι οι μικρές επιχειρήσεις δεν είχαν πρόσβαση στα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης…
Όχι. Αυτό είναι θέμα πολιτικών, θα μου επιτρέψετε. Είναι θέμα πολιτικής απόφασης της ελληνικής κυβέρνησης. Να εξαιρέσει, δηλαδή, ουσιαστικά, τη μικρή επιχείρηση και την αυτοαπασχόληση από το δανειακό σκέλος του Ταμείου Ανάκαμψης.
Θα σας φέρω ένα παράδειγμα από τη γειτονική μας χώρα, την Ιταλία. Η κυρία Μελόνι, μια ακροδεξιά πολιτικός, η οποία. αναθεωρώντας το ιταλικό Ταμείο Ανάκαμψης, δέσμευσε 6,5 δισεκατομμύρια ευρώ για την ενεργειακή θωράκιση των μικρών επιχειρήσεων και των πολύ μικρών επιχειρήσεων.
Κάτι που στην Ελλάδα έχουμε αφεθεί στην τύχη μας και είναι ένα από τα μεγάλα θέματα που έχουν αυξήσει το λειτουργικό κόστος, του κλάδου εστίασης κατά 40%, και των υπολοίπων κλάδων κατά 37,4%, την τελευταία διετία.
Παρεμπιπτόντως, ποια είναι τα σημαντικότερα προβλήματα που αντιμετωπίζει η μικρομεσαία επιχειρηματικότητα;
Θα έλεγα ότι τρία είναι τα κυρίαρχα προβλήματα. Το πρώτο είναι το πρόβλημα της ρευστότητας και της χρηματοδότησης. Για μία στις δύο επιχειρήσεις τα ταμειακά τους διαθέσιμα επαρκούν το πολύ για ένα μήνα. Εάν το εξειδικεύσω, το 28% των επιχειρήσεων έχει μηδενικά ταμειακά διαθέσιμα, το 22% έχει ταμειακά διαθέσιμα που επαρκούν για ένα μήνα.
Επιπλέον είναι η έλλειψη χρηματοδότησης από το τραπεζικό σύστημα, η έλλειψη τράπεζας ειδικού σκοπού.
Αυτό που ζητάμε διαχρονικά από τη δεκαετία του 2000 είναι η ύπαρξη τράπεζας ειδικού σκοπού, η οποία θα έχει στο προσκήνιο της την πολύ μικρή επιχειρηματικότητα και τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της για τη δανειοδότηση.
Είναι και η έλλειψη άλλων χρηματοδοτικών εργαλείων. Παραδείγματος χάριν, οι μικροπιστώσεις, οι οποίες ξεκινούν τώρα δειλά στη χώρα, με υψηλό επιτόκιο βεβαίως.
Το δεύτερο μεγάλο πρόβλημα είναι το λειτουργικό κόστος. Σας είπα, μεσοσταθμικά, ανέβηκε κατά 37,4% την τελευταία διετία, ενώ οι αυξήσεις, σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, δεν ξεπερνούν για τις μικρομεσαίες και πολύ μικρές επιχειρήσεις το 20%. Άρα, έχουν απορροφήσει ένα μεγάλο κόστος του λειτουργικού εξόδου, που έχει να κάνει κυρίως με την ενέργεια, το μισθολογικό και μη μισθολογικό κόστος, τις πρώτες ύλες, και τα προϊόντα στην αγορά τους.
Το τρίτο μεγάλο πρόβλημα είναι το θέμα των ληξιπρόθεσμων υποχρεώσεων, το οποίο δεν αφορά μόνο την επιχειρηματικότητα, αλλά και την αγορά.
«Με οφειλές ένα στα τέσσερα νοικοκυριά»
Μιλήστε μας για την τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ. Ποια είναι τα ευρήματα της;
Η τελευταία έρευνα του Ινστιτούτου της ΓΣΕΒΕΕ για τα εισοδήματα και τις δαπάνες των ελληνικών νοικοκυριών, μας αποδεικνύει ότι ένα στα τέσσερα νοικοκυριά έχει οφειλές στο Δημόσιο και στα ασφαλιστικά ταμεία.
Σε ό,τι αφορά το σύνολο των οφειλών, μην ξεχνάμε ότι μέσα σε μια εξαετία οι ληξιπρόθεσμες στον ΕΦΚΑ αυξήθηκαν από 32 δισεκατομμύρια στα 60 δισεκατομμύρια. Και οι ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις στην ΑΑΔΕ, από τα 104 δισεκατομμύρια πήγαν στα 112 δισεκατομμύρια. Και βεβαίως, ένα πολύ μεγάλο θέμα, κατά τη δική μου άποψη, έχει να κάνει με τη λειτουργία των funds ως προς την πρώτη κατοικία και την επαγγελματική στέγη των Ελληνίδων και των Ελλήνων. Και δεν είναι ένα θέμα που αφορά μόνο την κυβέρνηση. Αφορά το πολιτικό σύστημα της χώρας. Επιτέλους, τα κόμματα και η κυβέρνηση πρέπει να καταθέσουν ένα Σχέδιο Νόμου, από κοινού, με το οποίο θα προστατεύεται η πρώτη κατοικία των Ελληνίδων και των Ελλήνων και η επαγγελματική στέγη των εμπόρων, βιοτεχνών, επιχειρήσεων.
«Όποιος επιχειρεί είναι αισιόδοξος»
Είστε αισιόδοξος ή απαισιόδοξος για το μέλλον;
Όποιος επιχειρεί, εκ των πραγμάτων, είναι αισιόδοξος. Το επιχειρείν είναι ταυτισμένο με την αισιοδοξία. Εάν ένας επαγγελματίας, έμπορος, επιχειρεί και έχει απαισιοδοξία μέσα του, είναι σίγουρο ότι δεν θα τον βρει ανοικτό η επόμενη μέρα.
Αυτό, όμως, που βλέπουμε τώρα, είναι η αδυναμία των πολιτών να έχουν διαθέσιμο εισόδημα για κατανάλωση, πλην των βασικών αγαθών για την επιβίωση ενός νοικοκυριού.
Από την άλλη μεριά, είναι το ύψος των μισθών. Στο πλαίσιο αυτό, οι εθνικοί κοινωνικοί εταίροι με την κυβέρνηση, για πρώτη φορά, από μηδενική βάση, έφεραν και νομοθετήθηκε η εθνική κοινωνική συμφωνία, η οποία δίνει τη δυνατότητα για ασφαλείς εξελίξεις των μισθών μέσα από κλαδικές συμβάσεις εργασίας.




