Κωνσταντίνος Μάγνης: Ο άοπλος δολοφόνος

    Ημερομηνία:

    Εάν ρωτάς κατά πόσο έπρεπε ή δεν έπρεπε να συμπεριληφθεί μια συνομιλία-συνέντευξη-αφηγηματική εξομολόγηση του Κουφοντίνα σε ένα ντοκιμαντέρ για τη δράση της 17Ν, τότε μάλλον δεν έχεις κατανοήσει επαρκώς τον ρόλο του δημοσιογράφου. Ο δημοσιογράφος δεν περιορίζεται μέσα στα πλαίσια των αναμονών μας, των αντοχών μας ή των συνειδήσεών μας, πολλώ δε μάλλον στα πλαίσια των απόψεων και των προκαταλήψεών μας, αλλά πειθαρχεί ιεραποστολικά στις ανάγκες της πολυδιάστατης κατατόπισης του κοινού πάνω στο αντικείμενο με το οποίο κρίνει ότι πρέπει να καταπιαστεί.
    Η δημοσιογραφία δεν είναι υπόθεση α λα καρτ, ούτε λειτουργεί με τους όρους των συστημάτων ον ντιμάντ. Μη μπερδευόμαστε. Η φωτορεπόρτερ Λι Μίλερ μπήκε μέχρι και στη μπανιέρα του Χίτλερ και μάλιστα χωρίς ρούχα. Γιατί το έκανε; Για τον απλό λόγο ότι έπεσε πάνω στη μπανιέρα του Χίτλερ. Ούτε που σκέφτηκε «μήπως δεν είναι σωστό;». Η ορθότητα είναι ρευστή έννοια. Το περιεχόμενό της διαμορφώνεται από τους καιρούς και τις εξελίξεις. Οι μεγάλες προσωπικότητες διαμορφώνουν την ορθότητα εκείνες, και όλοι μας τρέχουμε από πίσω.
    Το ερώτημα δεν είναι αν θα φωτογραφήσεις τη μπανιέρα του Χίτλερ αλλά πώς θα μπεις μέσα σ’ αυτή. Κατ’ αντιστοιχία, ο δημοσιογράφος δεν κρίνεται εκ του κατά πόσο μίλησε με τον Κουφοντίνα, αλλά από τη διαχείριση που έκανε στο συγκεκριμένο πρόσωπο. Επειδή «Κανονισμός της Σωστής Διαχείρισης» δεν υπάρχει ένας και αδιαπραγμάτευτος (κάθε δημοσιογράφος είναι μια Σχολή μόνος του, αλλά και κάθε αντικείμενο είναι και μια ιδιαιτερότητα), προσπαθούμε να μην εμπέσουμε στον Κανονισμό της Εσφαλμένης Διαχείρισης: Δεν αφήνεις στον αρνητικό πρωταγωνιστή να σε καταπιεί, να σε καβαλήσει, να σε μεταχειριστεί και μάλιστα χωρίς να ιδρώσει.
    Στο επίμαχο ντοκιμαντέρ οι δημιουργοί δείχνουν ότι ελέγχουν το υλικό τους και επιτρέπουν στον δέκτη να σχηματίσει εμπεριστατωμένη άποψη για το θέμα, την εποχή, το κλίμα, τα πρόσωπα, εμπλουτίζοντας τη βιβλιογραφία γύρω από τα Πειραγμένα Μυαλά και τα Καμένα Βούρλα. Είδαμε έναν Κουφοντίνα- που μια κανονική αστυνομία θα είχε τσιμπήσει σε έναν μήνα μέσα- αξιολύπητο και (κουτοπόνηρα ή ασυναίσθητα) εξομολογητικό να αυτοπροσωπογραφείται ως άθυρμα ενός τυφλού οικογενειακού φανατισμού που πυροδότησε την ευάλωτη εφηβική συνείδησή του, που δεν ήθελε και πολύ να του την τσεγκεβαρέσει : Ακουσε, λέει, τον παππού του, βιωματικό αριστερό, να αποφαίνεται ότι οι δολοφόνοι των βασανιστών της Χούντας «είναι δικά μας παιδιά» και μετατράπηκε σε αντάρτη εν αναμονή. Ολοι μας θαυμάζουμε τον παππού μας, αλλά κάποια παιδιά σε παθολογικό βαθμό, ιδιαίτερα εάν μεσολαβήσει η ανάγκη της ηρωοποίησης, που παροξύνθηκε από το επικό αλλά και τραυματικό δεδομένο της 17 Νοέμβρη. Της κανονικής, του 1973.
    Δεν έχουμε απλώς δικαίωμα, έχουμε υποχρέωση να γνωρίζουμε. Αν δεν μας κατατοπίσει η δημοσιογραφία, θα το επιχειρήσει η ιστορική έρευνα, και ούτως ή άλλως θα φροντίσει η λογοτεχνία να αποκωδικοποιήσει τα μυστήρια της ανθρώπινης εγκληματικότητας, κι εμείς θα τρέχουμε (που λέει ο λόγος πια) στα βιβλιοπωλεία για έναν Μίστερ Χάιντ ή στις οθόνες για έναν Χάνιμπαλ Λέκτορ (για κάτι τέτοια πρόσωπα, γιατί δεν μας πιάνει ή αποστροφή;)
    Η συζήτηση δεν προέκυψε αυτοφυής, αλλά προκλήθηκε από τα εξώδικα και τις διαμαρτυρίες στις οποίες προέβησαν οι συγγενείς των θυμάτων της 17Ν. Μετά την τραγωδία των Τεμπών επαυξήθηκε η ενσυναίσθησή μας γι’ αυτές τις κοινωνικές κατηγορίες που μέχρι προχθές περνούσαν κάτω από τα ραντάρ.
    Προφανώς και δεν θα δικάσουμε ούτε θα αψηφήσουμε την εύλογη δυσανεξία πληγωμένων προσώπων που φέρουν βαρέως την αλαζονική άρνηση των δολοφόνων να επιδείξουν στοιχειώδη μεταμέλεια καθώς ο παθολογικός τους ναρκισσισμός απαγορεύει τέτοια ταπεινά μικροαστικά αισθήματα και ρωγμές στην ατσαλένια συνείδηση του αντάρτη-εκδικητή. Αλλά υπό το κράτος του καημού και της μήνης, οι συγγενείς παρερμηνεύουν. Τα ντοκιμαντέρ δεν «δίνουν βήμα» στον δολοφόνο, δεν είναι εκπομπές λόγου ή τοκ σόου που υπηρετεί προσχηματικά τη δεοντολογία. Τα ντοκιμαντέρ παρουσιάζουν την αλήθεια των γεγονότων και αλήθεια χωρίς τον πρωταγωνιστή δεν νοείται. Αν η αλήθεια πονά, δεν φταίει εκείνη. Αυτό που πετυχαίνουν οι συγγενείς, είναι να προβάλλεται το ντοκιμαντέρ χωρίς την αλήθεια τη δική τους. Αυτό δεν είναι κέρδος για κανέναν και σίγουρα όχι για τα θύματα, τη μνήμη των οποίων υπερασπίζονται.
    Οσο για τους σημερινούς εφήβους που αναζητούν πρότυπα και είδωλα, είτε στις διαδηλώσεις είτε στα γήπεδα είτε στη ραπ και την τραπ είτε στις οθόνες, είναι εξωφρενικό να ανησυχούμε πως η θλιβερή μορφή του ισοβίτη θα τους ξεσηκώσει, αν βλέπουν οι νέοι ντοκιμαντέρ. Εχουν άλλους λόγους να αντιδρούν και πάντως ο Κουφοντίνας δεν συγκινήθηκε από έναν καταρρακωμένο ψευδοεπαναστάτη, αλλά από το έπος του ’73 συν τους απόηχους της εκκρεμούσας ρεβάνς του εμφυλίου αλλά και την περιρρέουσα πεποίθηση των παππούδων ότι η άρχουσα τάξη μόνο κατ’ όνομα αποδέχεται τη δημοκρατία ενώ συμβιβάζεται με τους δωσίλογους και τους βασανιστές. Αυτά πρέπει να προσέχουμε, διότι τα Τέμπη είναι που γεννάνε τρομοκράτες ενώ οι γεροΚουφοντίνες μόνο θλίψη και καγχασμό προκαλούν, σε όσους δεν τους είχαν πάρει χαμπάρι μέχρι σήμερα. Άλλο αν τους έδωσε μπόι το 38άρι, γι’ αυτό και το πήραν άλλωστε.

    Κοινοποίηση:

    Τελευταία Νέα

    Κοινοποίηση:

    Περισσότερα Άρθρα
    Σχετικα

    Αχαΐα: «Περιβαλλοντικό έγκλημα» σε ποτάμι

    Αλλο ένα «περιβαλλοντικό έγκλημα»,  από την Δημοτική αρχή της...

    Kαθαρισμοί δασικών δρόμων από την  Πολιτική Προστασία Π.Ε. Αχαΐας σε συνεργασία με τον Ελληνικό Στρατό

    Βαρύτητα στη θωράκιση των ορεινών περιοχών της Αχαΐας, ιδιαίτερα...

    Όταν ο σχολικός εκφοβισμός μεταφέρεται στο διαδίκτυο – Άρθρο από την Επιστημονική Ομάδα του Μαζί για το Παιδί

    Ο όρος εκφοβισμός περιγράφει την σωματική, ψυχοσυναισθηματική ή  και...

    8 Μαρτίου – Παγκόσμια Ημέρα της Γυναίκας – Μήνυμα του Σοροπτιμιστικού Ομίλου Πάτρας «Δανιηλίς»

    Η 8η Μαρτίου αποτελεί μια ημέρα μνήμης και προβληματισμού...