«Χέρι- πέναλτι!» φώναζε ο επιθετικός.
«Ακούσιο!» αντιφώναζε ο αμυνόμενος.
Πίσω τους, εκατέρωθεν, στοιχίζονταν οι αντιμαχόμενες ομάδες, με κάθε μέλος τους να ταυτίζεται με τον οικείο ισχυρισμό, ένεκα του επί μέρους συμφέροντος, με τέτοιο φανατισμό που οι μεν πράγματι ήταν βέβαιοι ότι το «χέρι» ήταν «πέναλτι» και οι δε ότι ήταν αθέλητη επαφή του χεριού με τη μπάλα, για να μη σου πω ότι δεν ήταν καθόλου «χέρι». Ο δράστης, βέβαια, ήξερε πολύ καλά τι ίσχυε, αλλά βαθμιαία η κρίση του διολίσθαινε προς την πλευρά του ομαδικού ισχυρισμού. Κατέληγε να τρέφει και εκείνος βεβαιότητα, όπως συμβαίνει με τα θαύματα: Ναι, ναι, τον θεράπευσε, και εγώ το είδα.
Κατά την εποχή των ηρωικών ντέρμπι της πλατείας, του προαυλίου, του αφύλακτου οικοπέδου, στα χρόνια του εύκαμπτου και γερού σκελετού και των ακούραστων πνευμόνων, ο καταλογισμός ή μη του πέναλτι ήταν υπόθεση ισχύος και αποφασιστικότητας σε συνδυασμό με τη διαλλακτικότητα του υποχωρούντος μπροστά στο βασικό ζητούμενο: Να μη διαλύσουμε τη συνάντηση αλλά να συνεχίσουμε το παιχνίδι, οπότε η ζαβολιά του αδικούντος θα αποκαλυφθεί ως σημείον εκ του αποτελέσματος. Είτε με μεταφυσική παρέμβαση, είτε επειδή η ενοχή του ψεύτη τον τυλίγει σε ζιζάνια τύψεων που του μειώνουν την απόδοση. Η δεύτερη εκδοχή ήταν πιο αρχαιοελληνική- φροϋδική και μάλλον ήταν και η σωστή. Ο θεός και ο διάβολος είναι μέσα μας. Τώρα πλέον και το predator.
Ούτως ή άλλως τότε δεν είχαμε VAR, αλλά Βαρ’: Ηταν αρκετά πιθανό τα πρωτοπαλίκαρα κάθε φατρίας να ρυθμίσουν το ζήτημα με σφαλιάρες και λαβές ή να ισχύσει η βουλή του φιλαράκου που ήταν ο ιδιοκτήτης της μπάλας. Αυτή την ποικιλία δικαιοσύνης είχαμε τότε. Πολλοί πιστεύουν ότι εκεί μείναμε, αλλά θα έρθει ο Τσίπρας να μας εξυγιάνει, κι αν δεν έχουμε δικαστές, θα φέρει.
Δεν άλλαξε ο κόσμος, Κεμάλ. Παρακολουθώντας ποδόσφαιρο στην εξελιγμένη του εκδοχή, πέφτουμε ξανά σε φάσεις κατά τις οποίες τίθεται εν αμφιβόλω το εκούσιο ή το ακούσιο μιας παράβασης στη μικρή περιοχή. Τη λύση υποτίθεται ότι τη δίνει ο κανονισμός, αλλά επειδή στις περισσότερες περιπτώσεις οι φάσεις εξελίσσονται με μεγάλη ταχύτητα, κανείς δεν μπορεί να αποφανθεί για τη βούληση του παραβάτη.
Το’ θελε- για δεν το’ θελε; Πότε να προλάβει κάν ο ίδιος ο δόλιος να εκδηλώσει βούληση, έτσι όπως τρέχουν οι σατανάδες; Το μόνο που επιδιώκει είναι να αναχαιτίσει την επίθεση. Πρακτικά, σχεδόν όλα τα λεγόμενα «χέρια» ακούσια είναι, όπως βέβαια και αρκετές από τις περίφημες ανατροπές αλλά και τα άγαρμπα πατήματα στο πόδι του αντιπάλου, ο οποίος πέφτει κραυγάζοντας λες και τον χειρουργούν χωρίς αναισθητικό, μια συγγνωστή υποκρισία που αποτελεί νομιμοποιημένο στοιχείο του θεάματος, αν και συχνά κινείται στην περιοχή της ανηθικότητας και της αντισυναδελφικότητας. Το ποδόσφαιρο, όπως και άλλες μορφές ομαδικών σπορ συγχωρούν αυτές τις μορφές απάτης, κατά τη δωρική παράδοση. Ο κλέφτης τιμωρείται μόνο όταν τον πιάσουν, όχι επειδή έκλεψε, αλλά επειδή τον έπιασαν. Με αυτά και με εκείνα, πάρτην κάτω τη Σπάρτη, κάτι ο Καιάδας, κάτι η υπογεννητικότητα, κάτι οι Θηβαίοι και οι Μακεδόνες.
ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ: Γράφε λιγότερα, λένε κάποιοι φίλοι. Ναι, αλλά δεν πρέπει να γραφτούν κι αυτά; ΚΛΕΙΝΕΙ Η ΠΑΡΕΝΘΕΣΗ.
Ο κανονισμός εισάγει τεκμήρια εικαζόμενης βούλησης. Οι λέξεις δεν αρκούν για να δώσουν τη λύση. Επιστρατεύονται περισπούδαστες ταρζανιές, με πρώτη αυτή της «φυσικής θέσης» της χειρός. Ως φυσική θέση ορίζεται η θέση που παίρνουν τα χέρια μας όταν μας φωτογραφίζουν κατά την προσαγωγή μας στην Ασφάλεια, κρεμαστά και άχρηστα. Ενας άνθρωπος που τρέχει, βέβαια, όπως ο Χατσίδης στον τελικό ΠΑΟΚ- ΟΦΗ, φυσιολογικά δεν μπορεί να έχει τα χέρια κάτω. Αυτή είναι αφύσικη θέση για έναν άνθρωπο που κινείται. Αλλά δίνουμε στον όρο «φυσικό» ένα ανορθόδοξο περιεχόμενο: Καλή η κυριολεξία, αλλά να κάνουμε τη δουλειά μας. Ανάλογα και ο αμυντικός της Λάρισας που του καταλογίστηκε πέναλτι επειδή χτύπησε η μπάλα στο χέρι του ενώ είχε πηδήσει για κεφαλιά: Για να μην εμπίπτεις στην κατηγορία του ενδεχόμενου δόλου, οφείλεις να πάρεις μέτρα ώστε να μη χτυπήσει η μπάλα στο χέρι σου. Επομένως το λεξικό Μπαμπινιώτη οφείλει να θεσπίσει την πρόβλεψη ότι «εκούσια» κίνηση μπορεί να είναι και η ακούσια, όταν ο κινούμενος δεν φροντίζει να μηδενίσει τις πιθανότητες να έχει η κίνησή του αρνητικές συνέπειες.
Είτε ξέρεις εσύ τι σκέφτηκες, επομένως, είτε όχι, ο κανονισμός βγάζει αδιαμφισβήτητη γνωμάτευση. Ακόμα και αν ο αμυντικός μαρκάρει ελπίζοντας να αποτρέψει το γκολ έστω και με το χέρι, εφόσον το χέρι είναι κάθετα προς το έδαφος το παράπτωμα θεωρείται ακούσιο, ενώ είναι εκούσιο. Αντιθέτως, παίκτης που πέφτει κατά την προσπάθεια, οφείλει να μη στηριχθεί με τα χέρια του, γιατί έτσι και πέσει η μπάλα πάνω τους, θεωρείται πέναλτι. Αν τα έχει μαζεμένα, θα φάει γρασίδι, αλλά θα γλιτώσει το πέναλτι.
Θα πείτε ότι παίζουμε με τις λέξεις τώρα, αλλά σ’ αυτή την ηλικία είναι το μόνο παιχνίδι όπου δεν λαχανιάζεις, δεν σε βαράνε και δεν κοπανιέσαι στα μάρμαρα. Στο μαρμαρένιο αλώνι έπαιξε ο Διγενής με τον Χάρο, και δεν ξανάπαιξε ποτέ άλλοτε, αλλά τουλάχιστον του συγχωρέθηκε παν πλημμέλημα ακούσιον ή εκούσιον, διότι έπαιζε με τα χέρια σε φυσική θέση, με αποτέλεσμα να τον καρφώσει ο Χάρος αλύπητα, να πάρει τη μπάλα και να φύγει.



