Με άγριες διαθέσεις μπαίνει ο Σεπτέμβριος στις τιμές της ηλεκτρικής ενέργειας, αφήνοντας πίσω του τον δυσκολότερο μήνα του έτους από πλευράς ανατιμήσεων. Η μέση τιμή στην χονδρεμπορική αγορά έκλεισε τον Αύγουστο στα 133,4 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, έναντι 109,95 ευρώ τον Ιούλιο, καταγράφοντας αύξηση άνω του 21%.

Η άνοδος αυτή δημιουργεί ισχυρές πιέσεις στη λιανική και περιορίζει σημαντικά τα περιθώρια των προμηθευτών να διατηρήσουν αμετάβλητα τα πράσινα τιμολόγια. Όλα δείχνουν ότι στις σημερινές ανακοινώσεις θα αποτυπωθεί αυξητική τάση ακόμη και από τους μεγάλους παρόχους, χωρίς όμως οι ανατιμήσεις να ακολουθήσουν αναγκαστικά, στο σύνολό τους, την ένταση της χονδρεμπορικής αγοράς που και σήμερα διαμορφώνεται πάνω από τα 174 ευρώ η μεγαβατώρα. Ανάλογης και μεγαλύτερης κλίμακας είναι αντίστοιχα οι τιμές και στον ευρωπαϊκό χάρτη με αγορές όπως της Ιταλίας και της Ουγγαρίας να διαμορφώνονται πάνω από τα 199 ευρώ η μεγαβατώρα και 175,2 ευρώ αντίστοιχα, την ίδια ώρα που χώρες όπως η Γερμανία, το Βέλγιο και η Γαλλία κινούνται επίσης σε επίπεδα πάνω από τα 140 ευρώ η μεγαβατώρα.
Σε αυτό το περιβάλλον, οι εταιρείες καλούνται να ισορροπήσουν ανάμεσα στην προστασία των μεριδίων τους και στη διατήρηση των περιθωρίων κέρδους. Έναν δεύτερο συνεχόμενο μήνα με διψήφια αύξηση του κόστους, είναι εξαιρετικά δύσκολο να τον απορροφήσουν πλήρως, σχολίαζαν χθες στελέχη της αγοράς ηλεκτρισμού. Υπενθυμίζεται ότι ο Ιούλιος έκλεισε με άνοδο 18,3% έναντι του Ιουνίου που απορροφήθηκε από τους κυρίαρχους πάροχους της αγοράς.
Από την άλλη πλευρά, η μετακύλιση ολόκληρης της επιβάρυνσης στους καταναλωτές θα οδηγούσε σε απότομη αύξηση των τιμολογίων, εντείνοντας τις πιέσεις στα νοικοκυριά κάτι που ξορκίζουν με κάθε τρόπο στην κυβέρνηση εν μέσω ΔΕΘ και προεκλογικής περιόδου.
Η στρατηγική της ΔΕΗ
Καθοριστικό ρόλο στη διαμόρφωση της συνολικής εικόνας θα έχει για ακόμη μία φορά η ΔΕΗ. Ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής, η επιχείρηση εξακολουθεί να δίνει τον τόνο στην αγορά και η τιμολογιακή στρατηγική της λειτουργεί ως σημείο αναφοράς για τους ανταγωνιστές της.
Το ενδιαφέρον δεν περιορίζεται στο ύψος της ονομαστικής χρέωσης που θα ανακοινώσει για τα πράσινα τιμολόγια, αλλά επεκτείνεται στον τρόπο με τον οποίο θα διαμορφώσει την τελική τιμή για τους πελάτες της. Πληροφορίες από την αγορά προϊδεάζουν για μια τιμολογιακή κίνηση που θα περιορίζει την τελική επιβάρυνση, χωρίς να έχει γίνει γνωστό εάν αυτή θα πάρει τη μορφή αυξημένης έκπτωσης ή άλλης εμπορικής παρέμβασης. Η απόφασή της αναμένεται να δώσει τον τόνο στη λιανική και να επηρεάσει ανάλογα τις χρεώσεις των ανταγωνιστών της.
Γιατί εκτινάχθηκε η χονδρεμπορική
Στην άνοδο του Αυγούστου συνέβαλαν αφενός η αυξημένη ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας, λόγω των υψηλών θερμοκρασιών, και αφετέρου η υποχώρηση της αιολικής παραγωγής. Οι ασθενέστεροι άνεμοι περιόρισαν τη συμμετοχή των Ανανεώσιμων Πηγών Ενέργειας και έφεραν στην πρώτη γραμμή τις μονάδες φυσικού αερίου, οι οποίες ανέλαβαν να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος του φορτίου.
Η εξέλιξη αυτή πίεσε ανοδικά τη χονδρεμπορική τιμή, καθώς οι ακριβότερες μονάδες φυσικού αερίου κάλυψαν μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης και διαμόρφωσαν την τιμή σε περισσότερες ώρες. Το πρόβλημα αποκτά μεγαλύτερη βαρύτητα ενόψει του φθινοπώρου, καθώς η διεθνής τιμή του φυσικού αερίου κινείται ανοδικά και περιορίζει τις προοπτικές γρήγορης αποκλιμάκωσης.
Το συμβόλαιο αναφοράς του φυσικού αερίου στον ολλανδικό κόμβο TTF έκλεισε τον Αύγουστο στα 70,27 ευρώ ανά Μεγαβατώρα, καθώς η Ευρώπη πλησιάζει στον χειμώνα με χαμηλότερα από τα συνηθισμένα αποθέματα. Η αβεβαιότητα στην αγορά LNG, οι αναταράξεις στις ροές από τη Μέση Ανατολή και ο ανταγωνισμός με την Ασία για τα διαθέσιμα φορτία διατηρούν υψηλό το ασφάλιστρο κινδύνου. Οι ευρωπαϊκές αποθήκες βρίσκονται κοντά στο 64% της χωρητικότητάς τους, αισθητά χαμηλότερα από τα αντίστοιχα επίπεδα προηγούμενων ετών.
Ακόμη και εάν η ζήτηση ηλεκτρικής ενέργειας υποχωρήσει μετά το τέλος του καλοκαιριού, το ακριβό φυσικό αέριο συνιστά απειλή για νοικοκυριά και επιχειρήσεις ενόψει του χειμώνα. Η αβεβαιότητα αποτυπώνεται και στις προθεσμιακές αγορές, οι οποίες τοποθετούν τις τιμές της ελληνικής αγοράς σε υψηλές τιμές για το υπόλοιπο του έτους. Για παράδειγμα για τον Νοέμβριο και τον Δεκέμβριο οι τιμές κινούνται κοντά στα 170 και 155 ευρώ ανά Μεγαβατώρα αντίστοιχα, γεγονός που δείχνει ότι η αγορά δεν προεξοφλεί μια εύκολη ή γρήγορη επιστροφή στα χαμηλότερα επίπεδα της άνοιξης.


