Σε απολύσεις περίπου 3.300 εργαζομένων, που αντιστοιχούν στο 10% του δυναμικού της, προχωρά η Uber Technologies. Η απόφαση ανακοινώθηκε την Τετάρτη στο πλαίσιο αναδιάρθρωσης με στόχο τη μείωση των διοικητικών επιπέδων, τη συγχώνευση ομάδων και τον περιορισμό των δαπανών.

Η κίνηση αυτή έρχεται μετά από μια δύσκολη χρονιά για τη μετοχή της εταιρείας, η οποία υποχώρησε σχεδόν κατά 8%, καταγράφοντας χειρότερες επιδόσεις από τον γενικό δείκτη S&P 500. Η υποχώρηση αποδίδεται στις ανησυχίες των επενδυτών ότι εταιρείες αυτόνομων ταξί, όπως η Waymo, ενδέχεται να απειλήσουν την κυρίαρχη θέση της Uber στην αγορά της Βόρειας Αμερικής.
Σύμφωνα με την ετήσια έκθεση της εταιρείας, στα τέλη του περασμένου έτους η Uber απασχολούσε περίπου 34.000 εργαζομένους παγκοσμίως.
Το μεγαλύτερο κύμα απολύσεων της Uber τα τελευταία χρόνια
Πρόκειται για το μεγαλύτερο κύμα απολύσεων στην Uber από τον Μάιο του 2020, όταν η εταιρεία είχε καταργήσει περίπου 6.700 θέσεις εργασίας, σχεδόν το ένα τέταρτο του προσωπικού της, καθώς οι περιορισμοί της πανδημίας είχαν πλήξει καίρια τη ζήτηση για υπηρεσίες μετακίνησης.
Ακολουθώντας την ευρύτερη τάση του τεχνολογικού κλάδου για πιο ευέλικτα διοικητικά σχήματα, ο διευθύνων σύμβουλος Ντάρα Κοσροβσάχι δήλωσε ότι οι περικοπές θα περιορίσουν την οργανωτική πολυπλοκότητα. Όπως εξήγησε, η πολυπλοκότητα αυτή καθυστερούσε τη λήψη αποφάσεων και είχε οδηγήσει στη δημιουργία θέσεων με αποκλειστικό αντικείμενο τον συντονισμό.
Ωστόσο, σε αντίθεση με άλλους επικεφαλής εταιρειών τεχνολογίας, ο Κοσροβσάχι δεν απέδωσε τις απολύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη. Παράλληλα ανέφερε ότι η Uber θα συγχωνεύσει ορισμένα τμήματα και θα συγκεντρώσει το μεγαλύτερο μέρος του προσωπικού της σε κομβικά κέντρα.
Ειδικότερα, η Uber ανακοίνωσε ότι μειώνει κατά 20% τον αριθμό των εργαζομένων που βρίσκονται επτά ή περισσότερα διοικητικά επίπεδα κάτω από τον διευθύνοντα σύμβουλο, ενώ περιορίζει σχεδόν στο μισό τις «μικρο-ομάδες», δηλαδή τα τμήματα που αποτελούνται από μόλις ένα ή δύο άτομα.
Παράλληλα, η εταιρεία συγκεντρώνει τις παγκόσμιες ομάδες της στη Νέα Υόρκη και το Σαν Φρανσίσκο, υποχρεώνει την πλειονότητα των υπαλλήλων που εργάζονται με τηλεργασία να μετακομίσουν κοντά σε αυτά τα κέντρα και περιορίζει τις θέσεις πλήρους τηλεργασίας στο 1% του προσωπικού, διατηρώντας παράλληλα την υποχρεωτική παρουσία στο γραφείο τρεις ημέρες την εβδομάδα.
Με πληροφορίες από Bloomberg, Reuters


