Μνήμες ενεργειακής κρίσης ξυπνά το νέο ράλι στο φυσικό αέριο, με τις τιμές να πλησιάζουν τα 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα και να απειλούν με νέες επιβαρύνσεις τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος, πριν ακόμη αρχίσουν τα μεγάλα κρύα. Ο Οκτώβριος οδεύει προς το τέλος του με τη μέση χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος αυξημένη κατά περίπου 20% έναντι του Σεπτεμβρίου, προμηνύοντας νέες ανατιμήσεις στα πράσινα τιμολόγια του Νοεμβρίου. Την εικόνα ενός δύσκολου ενεργειακού χειμώνα για νοικοκυριά και επιχειρήσεις συμπληρώνει η άνοδος του πετρελαίου, με το Brent να κινείται χθες πάνω από τα 118 δολάρια το βαρέλι.
Την ώρα που οι πιέσεις σε ρεύμα και καύσιμα εντείνονται, περιορίζονται και οι επιλογές των καταναλωτών για να προστατευθούν από τις ανατιμήσεις. Το αυξανόμενο κόστος ενέργειας στενεύει τα περιθώρια για φθηνά σταθερά συμβόλαια, δυσκολεύοντας τη διατήρηση ανταγωνιστικών προσφορών.
Σε αυτό το περιβάλλον, ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά η επόμενη κίνηση της ΔΕΗ, καθώς οι πληροφορίες της αγοράς συγκλίνουν στη λήξη, στο τέλος Οκτωβρίου, της διάθεσης του myHome Online με την προωθητική χρέωση των 11,5 λεπτών ανά κιλοβατώρα.
Εάν η προσφορά δεν παραταθεί ή δεν αντικατασταθεί από ένα εφάμιλλο πρόγραμμα, τα νοικοκυριά που αναζητούν τώρα προστασία από τις διακυμάνσεις των τιμών θα χάσουν μια σημαντική δικλείδα ασφαλείας. Και αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία η ακριβότερη κιλοβατώρα θα συνδυάζεται με περισσότερη κατανάλωση για θέρμανση, αυξάνοντας την πίεση στους οικογενειακούς προϋπολογισμούς.
Το φυσικό αέριο ανεβάζει τον λογαριασμό
Η άνοδος της τιμής του φυσικού αερίου πάνω από τα 96 ευρώ ανά μεγαβατώρα χθες 26 Οκτωβρίου εντείνει τους φόβους για τις επόμενες εβδομάδες.
Το ενδεχόμενο υπέρβασης των 100 ευρώ βρίσκεται πλέον στο επίκεντρο των συζητήσεων στην αγορά, με την πορεία των τιμών να εξαρτάται από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, τα ευρωπαϊκά αποθέματα που παραμένουν σε χαμηλά επίπεδα και τις θερμοκρασίες των επόμενων εβδομάδων.
Για την ελληνική αγορά ηλεκτρισμού, η πίεση είναι άμεση. Όταν οι καιρικές συνθήκες περιορίζουν την παραγωγή των αιολικών και των φωτοβολταϊκών, οι μονάδες φυσικού αερίου καλούνται να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης. Το αυξημένο κόστος του καυσίμου επιβαρύνει έτσι την ηλεκτροπαραγωγή και ενισχύει τις ανοδικές τάσεις στη χονδρεμπορική αγορά.
Η ένταση των πιέσεων αποτυπώθηκε και χθες όταν η μέση ημερήσια τιμή έφτασε στο υψηλότερο επίπεδο έτους των 258,52 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Για σήμερα υποχωρεί στα 224,85 ευρώ, καταγράφοντας πτώση περίπου 13%, παραμένοντας όμως σε επίπεδα που συντηρούν τον προβληματισμό για την τελική εικόνα του μήνα.
Έως χθες, η μέση χονδρεμπορική τιμή του Οκτωβρίου στην Ελλάδα είχε φτάσει τα 187,68 ευρώ ανά μεγαβατώρα, προμηνύοντας νέες επιβαρύνσεις για τους καταναλωτές στα τιμολόγια του Νοεμβρίου.
Οι τελευταίες ημέρες του Οκτωβρίου θα καθορίσουν το τελικό μέγεθος της αύξησης που καλούνται να διαχειριστούν οι προμηθευτές, με τις υψηλές ημερήσιες τιμές να περιορίζουν τις προσδοκίες ουσιαστικής αποκλιμάκωσης.
Εκτεθειμένοι στα πράσινα τιμολόγια
Περίπου 3 εκατομμύρια καταναλωτές παραμένουν στα πράσινα τιμολόγια, εκτεθειμένοι στις μηνιαίες διακυμάνσεις. Ήδη τον Οκτώβριο, οι χρεώσεις στην αγορά κυμάνθηκαν από 14,7 έως 27 λεπτά ανά κιλοβατώρα, πριν ακόμη κορυφωθούν οι ανάγκες του χειμώνα.
Για τα νοικοκυριά με αυξημένη κατανάλωση, η επιβάρυνση μπορεί να είναι μεγαλύτερη στα προγράμματα με κλιμακωτές χρεώσεις. Για παράδειγμα η μετάβαση από τα 15,9 λεπτά για τις πρώτες 200 κιλοβατώρες που θεωρείται ένα προσιτό τιμολόγιο, σε σχεδόν 22 λεπτά για την επιπλέον κατανάλωση σημαίνει περίπου 38% ακριβότερη κιλοβατώρα πάνω από το συγκεκριμένο όριο. Έτσι, η χαμηλή τιμή της πρώτης κλίμακας προσφέρει περιορισμένη προστασία σε όσους χρησιμοποιούν ηλεκτρικό ρεύμα για θέρμανση.
Το πρόβλημα δεν εξαντλείται, επομένως, στις αυξήσεις που θα ανακοινωθούν την 1η Νοεμβρίου. Η αύξηση της κατανάλωσης μπορεί να ενισχύσει αισθητά την τελική επιβάρυνση, ακόμη και εάν η μεταβολή της τιμής ανά κιλοβατώρα συγκρατηθεί σε μονοψήφιο ποσοστό.
Αντίστοιχα, για τις επιχειρήσεις που παραμένουν σε κυμαινόμενα προϊόντα, η άνοδος του κόστους ηλεκτρισμού συμπιέζει τα περιθώρια κέρδους και αυξάνει τις ανάγκες ρευστότητας, δυσκολεύοντας τον προγραμματισμό των δαπανών τους.
Οι αντοχές των προμηθευτών
Οι μεγαλύτεροι προμηθευτές αναμένεται να απορροφήσουν ξανά μέρος της αύξησης της χονδρικής, συνεχίζοντας την πρακτική των προηγούμενων μηνών. Η διάρκεια του ράλι, ωστόσο, δοκιμάζει πλέον ακόμη και τις δικές τους αντοχές.
Στους μικρότερους παρόχους, τα περιθώρια εκτιμάται ότι είναι στενότερα, αυξάνοντας την πιθανότητα μετακύλισης μεγαλύτερου μέρους του κόστους στους καταναλωτές. Η τελική εικόνα θα εξαρτηθεί από την εμπορική πολιτική κάθε εταιρείας και από την προστασία που έχει εξασφαλίσει απέναντι στις διακυμάνσεις της αγοράς.
Χωρίς οριζόντιες επιδοτήσεις, με διέξοδο τα σταθερά
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες, η κυβέρνηση και το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας έχουν καταστήσει σαφές ότι, όσο η κατάσταση κρίνεται διαχειρίσιμη, δεν σχεδιάζεται επιστροφή στις οριζόντιες επιδοτήσεις ρεύματος. Αντίθετα, δείχνουν στους καταναλωτές τον δρόμο προς τα δωδεκάμηνα σταθερά συμβόλαια, ως μέσο προστασίας από τις υψηλές διακυμάνσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, η κυβέρνηση έδωσε ιδιαίτερο βάρος στην προωθητική ενέργεια της ΔΕΗ, προβάλλοντας τη χρέωση των 11,5 λεπτών ως ανάχωμα στις ανατιμήσεις. Η δυνατότητα εξασφάλισης χαμηλής τιμής για έναν χρόνο ενίσχυσε το επιχείρημα ότι η ίδια η αγορά προσφέρει εργαλεία για τη συγκράτηση του ενεργειακού κόστους.
Η κατεύθυνση αυτή, όμως, προϋποθέτει ότι θα παραμένουν διαθέσιμες προσιτές επιλογές. Διαφορετικά, η κυβέρνηση θα αναγκαστεί να επανεξετάσει το μέτρο των επιδοτήσεων.
Το κρίσιμο χαρτί της ΔΕΗ
Γι’ αυτό και η επόμενη κίνηση της ΔΕΗ αποκτά ιδιαίτερο βάρος. Το myHome Online των 11,5 λεπτών ανά κιλοβατώρα συγκέντρωσε, σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, μεγάλο μέρος των μετακινήσεων προς τα σταθερά προϊόντα, προσελκύοντας πελάτες τόσο από τον ανταγωνισμό όσο και από άλλα προγράμματα της επιχείρησης. Με βάση τους ισχύοντες όρους, η προωθητική ενέργεια αφορά συμβάσεις που θα ενεργοποιηθούν έως τις 31 Οκτωβρίου και διατηρείται για ολόκληρη τη δωδεκάμηνη διάρκειά τους. Επομένως, όσοι έχουν ήδη ενταχθεί διατηρούν τη συμφωνημένη τιμή. Το ερώτημα αφορά τις επιλογές που θα έχουν όσοι αναζητήσουν σταθερό συμβόλαιο μετά τη λήξη της προσφοράς.
Εάν δεν υπάρξει αντίστοιχη συνέχεια, η δυνατότητα εξασφάλισης τόσο χαμηλής χρέωσης θα περιοριστεί σε μια ιδιαίτερα δυσμενή συγκυρία. Παράλληλα, ένα παρατεταμένο ράλι θα ακριβύνει και τις νέες προσφορές μπλε τιμολογίων, καθώς αυξάνει το κόστος με το οποίο οι προμηθευτές εξασφαλίζουν ενέργεια για τους επόμενους μήνες. Το ενδιαφέρον στρέφεται έτσι σε δύο αποφάσεις της επιχείρησης. Αφενός πόσο από την αύξηση των τιμών θα απορροφήσει στο πράσινο τιμολόγιο του Νοεμβρίου αφετέρου ποια διέξοδο θα προσφέρει σε όσους θέλουν να κλειδώσουν τη χρέωσή τους. Σε έναν χειμώνα χωρίς οριζόντιες επιδοτήσεις, τουλάχιστον με τα σημερινά δεδομένα, η διαθεσιμότητα προσιτών σταθερών προγραμμάτων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για την αντοχή των νοικοκυριών.


