Στην εποχή κατά την οποία οι αλγόριθμοι των social media και η τεχνητή νοημοσύνη επαναπροσδιορίζουν την καθημερινότητά μας, γεννώνται κρίσιμα ερωτήματα. Οπως, για παράδειγμα, το πώς και κατά πόσο διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, κατευθύνουν τις πολιτικές μας επιλογές και εγκλωβίζουν την κρίση μας – με απλά λόγια, μας χειραγωγούν.
Εδώ και αρκετές γενιές, άλλωστε, η ενημέρωση δεν περιορίζεται σε ένα δελτίο ειδήσεων ή την πρώτη σελίδα μιας εφημερίδας – και σίγουρα δεν ξεκινά από εκεί. Μπορεί να εμφανιστεί ανάμεσα σε ένα αστείο βίντεο, ένα τραγούδι, μια συνταγή και την ανάρτηση ενός influencer.
Στο TikTok, στο Instagram και στις υπόλοιπες πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, είδηση, άποψη και ψυχαγωγία συνυπάρχουν στην ίδια ροή. Οσο δε τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αποκτούν κεντρικότερο ρόλο, τόσο πιο κρίσιμο γίνεται το ερώτημα: με ποια εργαλεία μπορεί ένας άνθρωπος και κυρίως ένας νέος άνθρωπος να διακρίνει την τεκμηριωμένη πληροφορία από την παραπληροφόρηση, την άποψη από την είδηση και το ιδεολογικό μήνυμα από το φαινομενικά αθώο περιεχόμενο, και μπορεί αυτό να επηρεάσει τον τρόπο με τον οποίο δρα και υπάρχει ως πολιτικό ον;
Η κριτική παιδεία ως ασπίδα
Η Λίζα Τσαλίκη, πρόεδρος και καθηγήτρια στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, τοποθετεί το ζήτημα αρχικά στη σχέση που έχουν αναπτύξει οι νεότερες ηλικίες με τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης. Οπως επισημαίνει, πρόσφατες έρευνες, διεθνείς και εγχώριες, δείχνουν ότι νεαρά και έφηβα άτομα παρουσιάζουν χαμηλό δείκτη εμπιστοσύνης στα παραδοσιακά Μέσα, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζουν τάσεις «αποφυγής ενημέρωσης» από τα επίσημα Μέσα. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα, σύμφωνα με την ίδια, πολλοί έφηβοι να στρέφονται στα social media για την ενημέρωσή τους.
Εκεί δε, πέρα από τη μεγάλη πιθανότητα να βρεθούν απέναντι σε ψευδείς ειδήσεις, υπάρχουν και άλλα σοβαρά προβλήματα. Η ταχύτητα με την οποία μπορούν να εξαπλωθούν στα κοινωνικά δίκτυα η ρητορική μίσους και μορφές έμφυλης βίας, αλλά και η διάδοση μιας κουλτούρας κακόβουλου κουτσομπολιού καθιστούν, όπως σημειώνει, αναγκαία την εκπαίδευση στα Μέσα από μικρή ηλικία.
Είτε αυτή ονομαστεί «αλφαβητισμός» είτε «εγγραμματοσύνη» είτε «κριτική παιδεία», η διαπαιδαγώγηση των παιδιών στο πώς να τα «διαβάζουν» και να τα κατανοούν κριτικά αποτελεί, κατά την καθηγήτρια, αναπόσπαστο κομμάτι της δημοκρατικής συνείδησης και λειτουργίας. Αυτό δεν αφορά μόνο τη διάκριση μιας αξιόπιστης είδησης από την παραπληροφόρηση. Περιλαμβάνει, επίσης, την κριτική προσέγγιση θεμάτων έμφυλης ισότητας και ταυτότητας φύλου, σεξουαλικής ταυτότητας, φυλής, αναπηρίας και εκφοβισμού, αλλά και ζητημάτων που δημιουργούν κοινωνικό στίγμα.
Η Λίζα Τσαλίκη στέκεται ιδιαιτέρως στη μεταβολή του κλίματος γύρω από τα social. Οπως επισημαίνει, η διάδοσή τους είχε συνδεθεί παλαιότερα με αισιοδοξία γύρω από τη «συμμετοχική δημοκρατία» και τη «δημοσιογραφία των πολιτών». Χωρίς να ακυρώνει τη θετική τους διάσταση, σημειώνει ότι σήμερα η ίδια διάχυση συνοδεύεται και από τοξικότητα, μισαλλοδοξία, μη ανεκτικότητα και ριζοσπαστικοποίηση προς τα δεξιά – φαινόμενα που, όπως αναφέρει, συναντώνται με αυξανόμενη συχνότητα ανάμεσα σε εφήβους στην αναπτυγμένη Δύση. Σε αυτό το πλαίσιο θεωρεί σημαντική την πρωτοβουλία για την ίδρυση Εθνικής Επιτροπής για την Παιδεία στα Μέσα.
Εθισμός στο σύντομο και εύπεπτο
Ο δρ Μιχάλης Ταστσόγλου, διδάσκων στο Τμήμα Επικοινωνίας και ΜΜΕ του ΕΚΠΑ, εστιάζει αρχικά στην ίδια τη μορφή του περιεχομένου. Στο TikTok, εξηγεί, το σύντομο βίντεο και η κυριαρχία της εικόνας αφήνουν περιορισμένο χώρο για ανάλυση. Ο δέκτης θέλει το μήνυμα άμεσα, με συνέπεια μακροπρόθεσμα να εθίζεται στο «σύντομο, το πλαισιωμένο, το εύπεπτο». Ετσι, διαμορφώνεται μια συνήθεια που μπορεί να κάνει δυσκολότερη την έκθεση σε αναλύσεις μεγαλύτερης έκτασης, παρότι αυτές παραμένουν απαραίτητες για την κατανόηση σύνθετων φαινομένων.
Παράλληλα, κάθε βίντεο αποτελεί ένα μικρό κομμάτι μιας συνεχούς και ανομοιογενούς ροής. Μία σοβαρή πληροφορία μπορεί να ακολουθείται από ένα τραγούδι, ένα χιουμοριστικό βίντεο ή μια συνταγή. Σύμφωνα με τον ίδιο, αυτή η εναλλαγή δεν δίνει πάντοτε στον δέκτη τον χρόνο για τη νοητική, ψυχολογική και συναισθηματική προσαρμογή που απαιτείται ώστε να αποκωδικοποιήσει κάθε βίντεο ξεχωριστά.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, συγχέονται και τα παραδοσιακά είδη του δημοσιογραφικού και πολιτικού λόγου. Οσο δυσκολότερο γίνεται να διακριθούν τα όρια ανάμεσα στην είδηση και την άποψη, τόσο περισσότερος χώρος μπορεί να δημιουργείται για τον προπαγανδιστικό λόγο. Διευκρινίζει, πάντως, ότι η προπαγάνδα δεν έχει κατ’ ανάγκην αρνητικό πρόσημο, φέρνοντας ως παραδείγματα καμπάνιες δημόσιας υγείας και οδικής ασφάλειας.
Σε ό,τι αφορά τα «fake news», ο Μιχάλης Ταστσόγλου επισημαίνει ότι η παραποίηση ειδήσεων είναι πολύ παλιά πρακτική και δεν γεννήθηκε με το Διαδίκτυο. Μεγαλύτερη σημασία αποδίδει στη μακροπρόθεσμη επίδραση ενός πληροφοριακού περιβάλλοντος που αναπαριστά συνεχώς μια συγκεκριμένη εκδοχή της πραγματικότητας. Μέσα από αυτή τη διαδικασία, εξηγεί, δημιουργούνται και αναπαράγονται πρότυπα σκέψης, συμπεριφοράς και ανάλυσης, ενώ μπορεί να αναπτυχθούν «αντισώματα» απέναντι σε διαφορετικές εκδοχές ή εναλλακτικές καλύψεις.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσει τον ρόλο των προκαταλήψεων. Οπως λέει, ο πομπός έχει κίνητρο να προσφέρει περιεχόμενο εμπορικό και ευπώλητο, ενώ οι παραποιημένες ή επινοημένες ειδήσεις βρίσκουν πρόσφορο έδαφος όταν ταιριάζουν σε ήδη υπάρχουσες προκαταλήψεις του κοινού. Ετσι, για τον ίδιο, το πρόβλημα δεν αφορά μόνο την προσφορά παραπληροφόρησης, αλλά και τη ζήτηση για περιεχόμενο που επιβεβαιώνει όσα ο δέκτης είναι ήδη διατεθειμένος να πιστέψει.
Αυτή η εστίαση στην προσέλκυση της προσοχής σημαίνει πως συχνά τροφοδοτούμαστε με πληροφορίες που δεν είναι απαραίτητα αληθείς. Το περιεχόμενο μπορεί να επιβεβαιώνει όσα ήδη πιστεύουμε ή να μας προκαλεί έντονα συναισθήματα. Παρ’ όλα αυτά, ο καθηγητής ξεκαθαρίζει πως δεν προωθεί κάθε πλατφόρμα συστηματικά το ψέμα, ούτε είμαστε απαραίτητα εγκλωβισμένοι σε μια αδιαπέραστη «φούσκα».
Αλγόριθμοι σε ρόλο «επιμελητή»
Οσον αφορά την επιρροή της ΤΝ και των αλγορίθμων των social media στην κοινή γνώμη και την πολιτική υπόσταση του έλληνα πολίτη, ο Κώστας Καρπούζης, αναπληρωτής καθηγητής στο Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων και Πολιτισμού του Παντείου Πανεπιστημίου, τονίζει ότι «μπορούν να επηρεάσουν – και το κάνουν – τόσο τις απόψεις μας όσο και τον τρόπο με τον οποίο συμμετέχουμε στον δημόσιο διάλογο». Οπως εξηγεί, όταν ένα ζήτημα καταλαμβάνει μεγάλο μέρος της οθόνης μας, φαντάζει σημαντικότερο, ενώ η συνεχής επανάληψη μιας άποψης «μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση ότι “όλοι αυτό πιστεύουν”».
Πώς ακριβώς, όμως, διαλέγει περιεχόμενο ένας αλγόριθμος για τον καθένα και την καθεμία; Ο Κ. Καρπούζης τον παρομοιάζει με «έναν επιμελητή που παρακολουθεί τι τραβά την προσοχή μας και αναδιατάσσει συνεχώς την οθόνη μας». Συνδυάζει τον χρόνο που παραμένουμε σε ένα βίντεο, τα σχόλια, τις κοινοποιήσεις και τα άτομα που ακολουθούμε. Ωστόσο, επισημαίνει μια κρίσιμη λεπτομέρεια: «Η προσοχή δεν σημαίνει απαραίτητα συμφωνία. Μπορεί να παρακολουθούμε κάτι επειδή μας θυμώνει ή μας σοκάρει». Ουσιαστικά, το σύστημα κάνει απλώς στατιστικές εκτιμήσεις για τη συμπεριφορά μας και «δεν “καταλαβαίνει” τον άνθρωπο όπως μπορεί να τον καταλαβαίνει ένας συνομιλητής του».
Σε ό,τι αφορά την εμπιστοσύνη μας προς την ΤΝ για ενημέρωση σε επίκαιρα κοινωνικά και πολιτικά θέματα, ο Κ. Καρπούζης συνιστά να τη χρησιμοποιούμε ως «βοηθό ενημέρωσης», ελέγχοντας πάντα τις πηγές της. Προειδοποιεί πως τα Μεγάλα Γλωσσικά Μοντέλα λειτουργούν συχνά ως «τεχνολογίες πειθούς», παραθέτοντας πληροφορίες με απόλυτη αυτοπεποίθηση ακόμα και όταν περιέχουν ανακρίβειες. Επικαλούμενος διεθνή αξιολόγηση της EBU και του BBC (2025), σημειώνει ότι το 45% των απαντήσεων των εξεταζόμενων συστημάτων παρουσίαζε τουλάχιστον ένα σημαντικό πρόβλημα.
ΤΝ και εκλογές
Ιδιαίτερη βαρύτητα έχει η χρήση της ΤΝ ενόψει εκλογών. Ενας πολίτης μπορεί να τη συμβουλευτεί για να κρίνει και να συγκρίνει, για παράδειγμα, τα δημοσιευμένα προγράμματα των κομμάτων σε συγκεκριμένους τομείς όπως η υγεία και η στέγαση.
Ωστόσο, η ερώτηση «ποιο κόμμα πρέπει να ψηφίσω;» είναι προβληματική. Οπως υπογραμμίζει ο Κ. Καρπούζης, η ΤΝ «δεν αποτελεί σε καμιά περίπτωση έναν ουδέτερο κριτή», καθώς οι απαντήσεις της επηρεάζονται από τον σχεδιασμό της και η εκχώρηση μιας τέτοιας απόφασης παραβλέπει τις προσωπικές μας αξίες.
Προσθέτει δε ότι, αν και η αλγοριθμική επιρροή είναι υπαρκτή, «δεν σημαίνει ότι ο αλγόριθμος καθορίζει αυτόματα την ψήφο μας», αφού οι εμπειρίες, οι κοινωνικές σχέσεις και η οικονομική κατάσταση εξακολουθούν να παίζουν τον κύριο ρόλο. Καταλήγοντας στον αντίκτυπο που μπορεί να έχει η ΤΝ στο εκλογικό αποτέλεσμα μέσα από bots, deepfakes και παραπλανητικές αφηγήσεις, ο καθηγητής τονίζει πως «πρέπει να μιλάμε για έναν κίνδυνο που απαιτεί προετοιμασία, όχι για μια προδιαγεγραμμένη εξέλιξη».
Η μετάβαση από την απλή προσπάθεια πειθούς στην αλλαγή του εκλογικού αποτελέσματος απαιτεί πολλά βήματα. Ωστόσο, κρούει τον κώδωνα του κινδύνου για τη χώρα μας, θέτοντας ως απόλυτη προτεραιότητα τη διαφάνεια από τις πλατφόρμες και την εκπαίδευση των πολιτών: «Είναι πολύ ανησυχητικό ότι οι Ελληνες είμαστε τελευταίοι στην ΕΕ στο fact checking, με λιγότερο από το 10% των πολιτών ηλικίας 16-74 ετών στην Ελλάδα να επαληθεύουν τις ειδήσεις ή τις πληροφορίες που βρίσκουν στο Διαδίκτυο»


