Με ένα νέο μοντέλο επιδότησης που συνδέει την ανακαίνιση κατοικιών με τη διάθεση σπιτιών στην αγορά ενοικίων, ανοίγει το νέο πρόγραμμα «Ανακαινίζω», το οποίο φέρνει για πρώτη φορά και έμμεσο «φρένο» στις αυξήσεις ενοικίων. Σύμφωνα με όσα ανακοίνωσε ο αναπληρωτής υπουργός Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών Νίκος Παπαθανάσης, η πρώτη φάση του προγράμματος θα αφορά αποκλειστικά κλειστά ακίνητα, με τους ιδιοκτήτες να υποχρεούνται να τα εκμισθώσουν για πέντε χρόνια, ενώ για τα τρία πρώτα χρόνια το ενοίκιο θα παραμένει σταθερό.

Το νέο πρόγραμμα, συνολικού προϋπολογισμού 500 εκατ. ευρώ, επιδοτεί ανακαινίσεις κατοικιών που έχουν κατασκευαστεί έως το 1990, με ενίσχυση που φτάνει τα 300 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο για κατοικίες έως 120 τ.μ. Η επιδότηση μπορεί να αγγίξει ακόμη και το 95% για συγκεκριμένες κατηγορίες δικαιούχων, όπως ΑμεΑ ή μονογονεϊκές οικογένειες.
Σε αντίθεση με τα κλασικά προγράμματα «Εξοικονομώ», το νέο «Ανακαινίζω» αλλάζει φιλοσοφία, καθώς απαιτεί μόνο το 20% των παρεμβάσεων να αφορά ενεργειακή αναβάθμιση, ενώ το υπόλοιπο 80% μπορεί να καλύπτει γενικές εργασίες ανακαίνισης, όπως ηλεκτρολογικά, υδραυλικά, μπάνια, κουζίνες, πατώματα και επισκευές. Στόχος είναι να επιστρέψουν στην αγορά χιλιάδες παλιά και κλειστά διαμερίσματα που σήμερα παραμένουν ανεκμετάλλευτα.
Η διαδικασία θα ξεκινήσει στα τέλη Μαΐου – αρχές Ιουνίου με την πλατφόρμα επιλεξιμότητας, στα πρότυπα του «Σπίτι μου 2», μέσω της οποίας οι ενδιαφερόμενοι θα μπορούν να ελέγχουν αν πληρούν τα κριτήρια συμμετοχής. Στη συνέχεια, όσοι κριθούν επιλέξιμοι θα πρέπει να προχωρήσουν στην έκδοση πιστοποιητικού ενεργειακής αναβάθμισης και στην προετοιμασία της ταυτότητας κτιρίου, ώστε να μπορέσουν να υποβάλουν πλήρη αίτηση όταν ανοίξει η πλατφόρμα αιτήσεων στις αρχές Σεπτεμβρίου.
Σύμφωνα με τον σχεδιασμό, το πρόγραμμα θα ανοίξει σε δεύτερη φάση και για ιδιοκατοικούμενες κατοικίες, ωστόσο η προτεραιότητα δίνεται στην αύξηση της προσφοράς κατοικιών προς ενοικίαση, σε μια περίοδο όπου οι τιμές των ενοικίων συνεχίζουν να πιέζουν τα νοικοκυριά.
Οι βασικοί άξονες του προγράμματος δείχνουν ότι η κυβέρνηση επιχειρεί να μετατρέψει τα κλειστά και παλιά ακίνητα σε άμεσα διαθέσιμες κατοικίες, δίνοντας έμφαση όχι μόνο στην ενεργειακή εξοικονόμηση αλλά και στη λειτουργική αναβάθμιση των διαμερισμάτων. Για τον λόγο αυτό, επιλέξιμες θα είναι δαπάνες που μέχρι σήμερα δεν επιδοτούνταν σε τόσο μεγάλο βαθμό, όπως πλήρεις εσωτερικές ανακαινίσεις, αντικατάσταση κουζίνας και μπάνιου, ηλεκτρολογικές και υδραυλικές εγκαταστάσεις, εργασίες αποκατάστασης φθορών, πατώματα, βαψίματα και γενικές παρεμβάσεις που καθιστούν το ακίνητο άμεσα κατοικήσιμο.
Παράλληλα, το πρόγραμμα προβλέπει και περιορισμένες ενεργειακές παρεμβάσεις, όπως κουφώματα, θερμομόνωση ή συστήματα εξοικονόμησης ενέργειας, ωστόσο αυτές θα καλύπτουν μόλις το 20% του συνολικού σχεδίου ανακαίνισης. Με τον τρόπο αυτό επιχειρείται να μειωθεί το κόστος και η γραφειοκρατία που συχνά απέτρεπαν ιδιοκτήτες από τη συμμετοχή σε προηγούμενα προγράμματα.
Οι ενδιαφερόμενοι θα πρέπει αρχικά να περάσουν από τη διαδικασία επιλεξιμότητας, ενώ στη συνέχεια θα απαιτηθούν δικαιολογητικά όπως πιστοποιητικό ενεργειακής απόδοσης, ταυτότητα κτιρίου και τεχνικά στοιχεία του ακινήτου. Η κυβέρνηση εκτιμά ότι το πρόγραμμα θα κινητοποιήσει σημαντικό αριθμό ιδιοκτητών που μέχρι σήμερα δεν προχωρούσαν σε ανακαινίσεις λόγω υψηλού κόστους ή χαμηλής απόδοσης των ακινήτων.


