flamis.gr

Αναζητώντας θεραπεία για τη «ρετσινιά» που αφήνει ο ιός

Ο Αργύρης Βλάχος θυμάται πολύ καθαρά τη στιγμή που έμαθε πως έχει κορωνοϊό. Δεκάδες διαφορετικές σκέψεις πέρασαν από το μυαλό του ή μάλλον δεκάδες άνθρωποι: οι δικοί του, οι υπάλληλοι στον οικογενειακό τους φούρνο, οι πελάτες του. Μπορεί να είχε κολλήσει κάποιον; Και ο ίδιος; Μπορεί να χειροτέρευε; Να κινδύνευε; Το μόνο που δεν μπορούσε να φανταστεί με τίποτα εκείνη τη στιγμή είναι πως ο γολγοθάς που μόλις ξεκινούσε ελάχιστα θα είχε να κάνει με τη νόσο αλλά με το στίγμα που θα άφηνε αυτή στην επιχείρησή του.

Οταν πήρε το αποτέλεσμα εκείνο το βράδυ, για περίπου τρεις ώρες ήταν στα τηλέφωνα κάνοντας μόνος του ιχνηλάτηση και προσπαθώντας να καταλάβει τι ακριβώς έπρεπε να κάνει με τον φούρνο τους στα Καμίνια. Από τον ΕΟΔΥ του έλεγαν πως οι υπάλληλοί του θα έπρεπε να μείνουν για τέσσερα 24ωρα καραντίνα και να ξαναπιάσουν δουλειά με αρνητικό τεστ – στην Πολιτική Προστασία ήταν κάθετοι πως έπρεπε να μείνουν όλοι καραντίνα για 14 ημέρες.

Την επόμενη κανόνισε όσοι υπάλληλοι είχαν έρθει σε επαφή μαζί του να κάνουν πρωί πρωί το τεστ και οι υπόλοιποι να καλύψουν τα κενά ώστε να εξυπηρετηθούν οι πελάτες – κυρίως τα δεκάδες εστιατόρια τα οποία προμηθεύει. Παράλληλα ξεκίνησε τις διαδικασίες για να κλείσει ο φούρνος αλλά και το εργαστήριο. Ακόμα και εάν όλα εκείνα τα τεστ έβγαιναν αρνητικά, θα έπρεπε έστω και για λίγες ημέρες να κλείσουν. Μέχρι το βράδυ και αφού είχαν στα χέρια τους άλλα πέντε θετικά τεστ ανακοίνωσαν στους πελάτες την απόφαση να αναστείλουν τη λειτουργία  για τουλάχιστον 14 ημέρες. «Πολλοί μου είπαν πως αυτό ήταν το μεγάλο μου λάθος: Το να πω τον λόγο που κλείσαμε. Θεωρούσα όμως πως ήταν το αυτονόητο. Ακόμα πιστεύω πως έκανα το σωστό», λέει σήμερα ο κ. Βλάχος στην «Κ».

Το επόμενο διάστημα κανόνισε και έγιναν τρεις απολυμάνσεις. «Μία από αυτές που κάνουν στα νοσοκομεία και μετά δύο “απλές” με χλώριο». Το προσωπικό (21 άτομα) δεν υπήρχε η δυνατότητα να μπει τότε σε αναστολή (δεν είχε ξεκινήσει η καραντίνα) και ο λογιστής υπολόγισε πρόχειρα πως αυτές οι δύο εβδομάδες θα τους κόστιζαν 60.000 ευρώ. Για καλή τους τύχη όμως κανείς δεν νόσησε βαριά, οπότε όταν μετά 14 ημέρες και με όλα τα τεστ αρνητικά ήταν έτοιμοι να ανοίξουν ξανά, η ανακούφιση ήταν μεγάλη. Κρέμασαν αφίσες για να υπενθυμίζουν τη σημασία της μάσκας (με σύνθημα: «Πες αλεύρι, η μάσκα σε γυρεύει») και έστειλαν το εξής μήνυμα στους πελάτες τους: «Επειτα από 14 ολόκληρες ημέρες ανησυχίας φόβου και άγχους… επιστρέφουμε (…) Ανυπομονούμε να σας δούμε», έγραφαν.

Μόνο που εκείνες τις πρώτες ημέρες στον φούρνο δεν έμπαινε ψυχή. Εβλεπαν κάποιους πελάτες να περνάνε απέξω, να τους χαιρετάνε από απόσταση αλλά να μην πλησιάζουν. Οταν ο κ. Βλάχος το συζήτησε με διάφορους γνωστούς στην περιοχή έμαθε το… κοινό μυστικό: Ο φούρνος είχε στιγματιστεί. «Μα ήταν λάθος σου που το είπες αλλά και που έκλεισες», επέμειναν όλοι ανεξαιρέτως οι συνομιλητές του, δίνοντάς του παραδείγματα από μία σειρά άλλων επιχειρήσεων στην περιοχή που κινήθηκαν τελείως διαφορετικά: «Με το που μάθαινε κάποιος υπάλληλος πως είχε κορωνοϊό, υπήρχε άγραφος κανόνας να μην το πει πουθενά. Ο υπάλληλος έπαιρνε αναρρωτική άδεια και η λειτουργία συνεχιζόταν κανονικά», του εξηγούσαν.
Ο κ. Βλάχος, που μέχρι πολύ πρόσφατα έβλεπε καθημερινά 50% πτώση στις πωλήσεις, δεν μετανιώνει για το πώς το χειρίστηκε, αλλά προσπαθεί σε ένα μαγαζί που λειτουργεί 22 χρόνια στην ίδια γειτονιά να ξαναχτίσει την εμπιστοσύνη από την αρχή και να ξεπεράσει αυτό που χαρακτηρίζει «τη ρετσινιά του κορωνοϊού».

«Δεν σε θέλουμε εδώ»

Μια αντίστοιχη εμπειρία κοινωνικού αποκλεισμού είχε βιώσει και η Κυριακή, ένα 24χρονο κορίτσι που νόσησε το καλοκαίρι. Είχε μόλις επιστρέψει από τη Θεσσαλονίκη όπου σπούδαζε, στο νησί καταγωγής της για τις καλοκαιρινές διακοπές. Με έναν επίμονο πονόλαιμο πήγε στο γενικό νοσοκομείο του νησιού να κάνει το τεστ, παρότι οι δικοί της θεωρούσαν πως υπερέβαλλε. Οταν το τεστ βγήκε θετικό, πανικοβλήθηκε κυρίως γιατί είχε συναντηθεί με αρκετό κόσμο, φίλους και συγγενείς. Αμέσως μάζεψε μερικά πράγματα από το δωμάτιό της, απομονώθηκε σε έναν ξεχωριστό χώρο του σπιτιού και ξεκίνησε να ενημερώνει όλους όσοι είχε έρθει σε επαφή. Ηταν από τα πρώτα κρούσματα στο νησί και από ό,τι έμαθε αργότερα το νέο κυκλοφόρησε με ταχύτατα φωτός.

Προσπαθούσε όσο μπορούσε η αυστηρή καραντίνα να μην την παίρνει από κάτω – διάβαζε, χάζευε στο Ιντερνετ, έβλεπε ταινίες, μέχρι που ένα μεσημέρι έλαβε ένα μήνυμα στο κινητό της και σε μια στιγμή άλλαξε η ψυχολογία της: Κάποιοι, άγνωστοι σε εκείνη, την κατηγορούσαν πως είχε φέρει τον κορωνοϊό στον τόπο τους: «Δεν σε θέλουμε εδώ. Φύγε από το νησί», της έγραφαν μεταξύ άλλων. Εκείνη τα έχασε, μέχρι εκείνη τη στιγμή δεν είχε νιώσει ποτέ πως φταίει που είχε κολλήσει, τώρα ξαφνικά ένιωθε εκτός από απομονωμένη και στιγματισμένη.

Ακολούθησε και άλλο αντίστοιχο μήνυμα και αναστατωμένη είπε τι είχε συμβεί στους γονείς της. Αρχικά δεν ήθελε να δώσει συνέχεια, αλλά μιλώντας με τη δικηγόρο τής οικογένειας αποφάσισε να καταθέσει μηνυτήρια αναφορά. «Αντί να την επιβραβεύσουν που είπε την αλήθεια για να προστατεύσει τους γύρω της, στοχοποιήθηκε», εξηγεί στην «Κ» η Κατερίνα Γιαννίου-Αθανασίου, δικηγόρος της νεαρής κοπέλας. «Είναι και ένα μήνυμα αφύπνισης, γιατί τέτοιου είδους συμπεριφορές κοινωνικού ρατσισμού, μπορούν να οδηγήσουν κάποιους άλλους στο να μην πουν στους γύρω τους ότι νοσούν και αυτό θα ήταν εγκληματικό», καταλήγει.

Το στίγμα που συνοδεύει τον κορωνοϊό είναι μια πραγματικότητα που τη βιώνουν όχι μόνο όσοι έχουν νοσήσει, αλλά συχνά και οι ίδιοι οι νοσηλευτές που δίνουν καθημερινά μάχη στην πρώτη γραμμή. Η Αλεξάνδρα, νοσηλεύτρια που στο πρώτο κύμα εργαζόταν σε μονάδα COVID, χρειάστηκε να φύγει από το σπίτι της για να προστατεύσει τους δικούς της, τον σύζυγο και τον γιο της που έχουν υποκείμενα νοσήματα. Οταν στο καινούργιο διαμέρισμα έμαθαν το πού δουλεύει, έφεραν αντιρρήσεις και προσπάθησαν να τη διώξουν. Εφτασαν να κάνουν καταγγελία στο νοσοκομείο που εργάζεται «πως τους φέρνει τον ιό». Το νοσοκομείο δεν ασχολήθηκε καν με την καταγγελία και εκείνοι επανήλθαν κατηγορώντας την πως έκανε κάθε βράδυ πάρτι και φασαρία. Μόνο που τις ώρες των υποτιθέμενων πάρτι η Αλεξάνδρα δούλευε στη μονάδα και εξαντλημένη επέστρεφε ξημερώματα σπίτι για να ξεκουραστεί μέχρι την επόμενη βάρδια.

Αντίστοιχες συμπεριφορές βίωσαν και άλλοι συνάδελφοί της: Η Αλίκη, ιατρός στην ίδια κλινική, έκπληκτη ενημερώθηκε πως η πολυκατοικία αποφάσισε ότι εκείνη συγκεκριμένα δεν θα έπρεπε να χρησιμοποιεί το ασανσέρ ή η Σοφία, νοσηλεύτρια σε άλλο νοσοκομείο που ένα απόγευμα χτύπησε στη γειτόνισσά της για να αφήσει τα κοινόχρηστα, άκουσε πίσω από την κλειστή πόρτα μια φωνή να της λέει να απομακρυνθεί, να βάλει σε ένα σακουλάκι τα χρήματα και να τα αφήσει στο χαλάκι.

Comments are closed.