Όταν το ρολόι του Παντοκράτορα σήμανε δύο, η Άνω Πόλη είχε ήδη παραδοθεί στη λήθη του ύπνου. Για τους βιαστικούς διαβάτες, το Ρωμαϊκό Ωδείο ήταν «νεκρό» από τις τρεις το μεσημέρι. Σίδερα κλειδωμένα, λουκέτα βαριά, σιωπή.
Ο Αιμίλιος, φύλακας παλιός και «εραστής» των ερειπίων, γνώριζε πως η πέτρα δεν κοιμάται ποτέ. Ήξερε κάθε ρωγμή στα τούβλα, κάθε ανάσα του μνημείου. Γνώριζε και το μυστικό πέρασμα, κρυμμένο πίσω από τα χαμόσπιτα της οδού Παντοκράτορος. Κάθε νύχτα, όταν η υγρασία του Πατραϊκού ανέβαινε για να ποτίσει τα μάρμαρα, εκείνος γλιστρούσε μέσα σαν ίσκιος.
Με το που τα πόδια του άγγιζαν το δάπεδο της ορχήστρας, ο χρόνος έπαψε να είναι ευθεία γραμμή. Τα φώτα της σύγχρονης Πάτρας στο βάθος τρεμόσβησαν και μεταμορφώθηκαν σε δάδες που κάπνιζαν στο σκοτάδι.
Εκείνο το βράδυ, η ατμόσφαιρα ήταν βαριά. Ο αέρας μύριζε καμένο λάδι, δάφνη και αρχαίο ιδρώτα. Ο Αιμίλιος κουλουριάστηκε στη σκιά ενός κίονα, αόρατος θεατής σε μια σκηνή που ξυπνούσε.
Ξαφνικά, η ησυχία ράγισε από ψίθυρους που έρχονταν από τα έγκατα της γης.
Στις άδειες κερκίδες άρχισαν να υφαίνονται σιλουέτες. Άνδρες με λευκές τηβέννους και γυναίκες με πτυχώσεις που ανέμιζαν δίχως αέρα. Μνήμες, βαθιά χαραγμένες στο σώμα του Ωδείου.
Στο κέντρο της ορχήστρας, εκεί που το υγρό μάρμαρο γυάλιζε σαν καθρέφτης, ορθώθηκε ένας άνδρας επιβλητικός.
«Salve, cives Patrenses!» (Χαίρετε, πολίτες των Πατρών!) βρόντηξε η φωνή του. Η ακουστική του χώρου, αλάνθαστη κι ας πέρασαν δεκαοχτώ αιώνες, πήρε τον ήχο και τον ταξίδεψε κρυστάλλινο ως την τελευταία σειρά.
Ήταν ο Λούκιος, πατρίκιος της εποχής του Αυγούστου. Πλάι του, μουσικοί άρχισαν να κουρδίζουν άυλες λύρες και αυλούς. Ένας ήχος γλυκός, μελαγχολικός, μια μελωδία που δεν χωράει σε καμία σημερινή παρτιτούρα.
Ο Αιμίλιος είδε μπροστά του να ανασταίνεται η γιορτή του Απόλλωνα. Έβλεπε τα χέρια να ενώνονται σε χειροκρότημα, άκουγε το θρόισμα των μεταξωτών και τα γέλια που αντηχούσαν στα κοκκινωπά τούβλα. Ένας ποιητής απήγγειλε στίχους για τη δόξα της Πάτρας, του λιμανιού που ένωνε τη Δύση με την Ανατολή.
Για μια στιγμή, το βλέμμα του Ρωμαίου Λούκιου διέσχισε τον χρόνο και καρφώθηκε στον Αιμίλιο, εκεί ψηλά στο σκοτάδι. Ο Ρωμαίος δεν ξαφνιάστηκε. Του χαμογέλασε αμυδρά, μια σιωπηλή παραδοχή πως ανήκουν κι οι δυο στο ίδιο κοινό, απλώς κάθονται σε διαφορετική σειρά της ιστορίας.
«Η τέχνη δεν έχει χρόνο, ξένε», του ψιθύρισε ο άνεμος. «Εμείς είμαστε ακόμα εδώ. Εσείς είστε οι περαστικοί που φεύγετε νωρίς».
Το πρώτο φως της αυγής άρχισε να χαράζει πίσω από το Παναχαϊκό, διαλύοντας τη μαγεία. Οι μορφές έγιναν αχνός, οι δάδες έσβησαν, και η ουράνια μουσική πνίγηκε στον θόρυβο της πόλης που ξυπνούσε.
Ο Αιμίλιος σηκώθηκε. Τα μάρμαρα ήταν πια παγωμένα. Μα φεύγοντας, άφησε ένα μικρό κλαδί ελιάς στο κέντρο της ορχήστρας. Μια σπονδή, ένα εισιτήριο για την επόμενη παράσταση, όταν η πόλη θα τολμούσε να κοιμηθεί ξανά.



