Toυ Αρη Μπετχαβά, συλλέκτη
Γεννήθηκα ανάμεσα σε ένα ζευγάρι σιδερένιες ράγες και σε μια θάλασσα που βλέπει μόνο τη Δύση.
Σε ένα μέτωπο του Πατραϊκού, όπου η πόλη ακουμπά στο νερό κι ο ορίζοντας ανοίγει διάπλατα τα δειλινά.
Ο ήχος του τρένου δεν ήταν για μας ένας απλός θόρυβος. Ήταν ο παλμός του σπιτιού μας. Πρόλαβα αμυδρά τον «Μουντζούρη» να αγκομαχάει, να βγάζει καπνούς και να ταρακουνάει τα θεμέλιά μας. Οι επισκέπτες, οι «ξένοι» που διανυκτέρευαν σπίτι μας, πετάγονταν έντρομοι στις 2.12 τη νύχτα, νομίζοντας πως κάνει σεισμό. Πάντα την ίδια ώρα. Για εμάς ήταν απλώς η καθημερινότητα.
Τα παιδιά της γειτονιάς είχαμε το δικό μας παιχνίδι: βάζαμε δραχμές πάνω στις ράγες, τις πατούσε το σιδερένιο θηρίο και γινόντουσαν πλατιές σαν ταλήρα, εκείνα τα μεγάλα της χούντας με το κεφάλι του βασιλια. Μετά βάζαμε πέτρες, που από το βάρος γινόντουσαν λεπτές φέτες και πάντα με τον φόβο μην εκτροχιαστεί το βαγόνι.
Όσο μεγάλωνα, ο σταθμός του Αγίου Ανδρέα έγινε το πέρασμά μου στην εφηβεία. Από εδώ ξεκινούσαν οι αποδράσεις με το «νυχτερινό» δρομολόγιο για Αθήνα, από εδώ και τα σκασιαρχεία από το 2ο Λύκειο για μια βόλτα μέχρι το Αίγιο.
Και τώρα τι;
Δεκαπέντε χρόνια χωρίς τρένο! Υπάρχουν παιδιά στην Πάτρα που είναι πια φαντάροι και δεν έχουν ανέβει σε βαγόνι ποτέ στη ζωή τους. Κι όμως, η Πάτρα, η αρχόντισσα, η πόλη που κουβαλά μια αρχοντιά στραμμένη πάντα προς το φως και την Ευρώπη, είχε τρένο πριν από 140 χρόνια!
Οι πατρινοί έχουν ένα περίεργο σιωπηλό θυμό για αυτό. Ξέρουν ότι κάποιος φταίει για αυτό το κατάντημα. Κάποιος φταίει που μας στέρησαν τις ράγες μας και που εμείς οι μεγαλύτεροι ίσως δεν θα προλάβουμε να ταξιδέψουμε πάλι, έτσι όπως παλιά…
(Φωτογραφία: Σταθμός Αγίου Ανδρέα ©Aris Betchavas)


