Στη δημόσια συζήτηση για την κατάσταση της Πάτρας υπάρχει ένα επιχείρημα που επαναλαμβάνεται συχνά από τη Δημοτική Αρχή: «Έχουμε από τα χαμηλότερα δημοτικά τέλη στη χώρα».
Ας ξεκινήσουμε από αυτό, χωρίς υπερβολές αλλά και χωρίς να αφαιρούμε από τη Δημοτική Αρχή κάτι που πράγματι προκύπτει από τους αριθμούς.
Για το 2026, ο οικιακός συντελεστής καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού στην Πάτρα παραμένει στο 1 ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο. Πρόκειται πράγματι για έναν ιδιαίτερα χαμηλό συντελεστή σε σύγκριση με άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις. Η ίδια η Δημοτική Αρχή επισημαίνει ότι το 2014 ο συντελεστής ήταν 1,95 €/τ.μ. και έκτοτε μειώθηκε σταδιακά.
Είναι όμως η Πάτρα ο φθηνότερος Δήμος της Ελλάδας;
Όχι.
Η πανελλαδική έρευνα των συντελεστών για τους 332 Δήμους το 2026 δείχνει ότι υπάρχουν αρκετοί Δήμοι με χαμηλότερα τέλη. Η Τανάγρα βρίσκεται στα 0,48 €/τ.μ., η Ανάφη στα 0,50, η Χάλκη στα 0,55, η Ικαρία στα 0,63, η Οιχαλία στα 0,65, η Αργιθέα στα 0,70, η Ελευσίνα στα 0,71, η Ανδραβίδα–Κυλλήνη και η Αστυπάλαια στα 0,72, η Μεγίστη στα 0,74, ο Ασπρόπυργος στα 0,76, η Δωδώνη και οι Φιλιάτες στα 0,85 και η Αρχαία Ολυμπία στα 0,87 €/τ.μ.
Άρα, όταν μιλάμε για το σύνολο των Δήμων της χώρας, η Πάτρα δεν έχει τα χαμηλότερα τέλη στην Ελλάδα.
Αυτό όμως δεν είναι και η δικαιότερη σύγκριση. Άλλες είναι οι ανάγκες ενός μικρού νησιωτικού ή ορεινού Δήμου και άλλες μιας πόλης άνω των 200.000 κατοίκων. Όταν λοιπόν συγκρίνουμε την Πάτρα με τις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις, η εικόνα είναι πράγματι πολύ ευνοϊκή για την Πάτρα.
Στην Αθήνα ο οικιακός συντελεστής είναι 1,40 €/τ.μ., (εδώ η Αθήνα σύμφωνα με τους κατοίκους της είναι πιο φθηνή ) στο Ηράκλειο 1,50 €/τ.μ., ενώ σε άλλες μεγάλες πόλεις οι συντελεστές είναι ακόμη υψηλότεροι. Η Λάρισα, για παράδειγμα, εφαρμόζει διαφορετικές ζώνες και ο μέσος συντελεστής της καταγράφεται στην πανελλαδική έρευνα στα 2,47 €/τ.μ.
Συνεπώς ένα πρώτο συμπέρασμα είναι αδιαμφισβήτητο:
Η Πάτρα έχει πράγματι από τα χαμηλότερα ανταποδοτικά τέλη μεταξύ των μεγάλων ελληνικών Δήμων.
Μόνο που εδώ αρχίζει η συζήτηση. Δεν τελειώνει.
Γιατί ο δημότης δεν πληρώνει μόνο το τέλος καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού.
Στην Πάτρα υπάρχει επίσης ο Φόρος Ηλεκτροδοτούμενων Χώρων – Δημοτικός Φόρος, ο οποίος για την πόλη έχει καθοριστεί στα 0,25 €/τ.μ., ενώ υπάρχει και το Τέλος Ακίνητης Περιουσίας (ΤΑΠ), το οποίο υπολογίζεται διαφορετικά, με βάση την αξία του ακινήτου, και επομένως δεν είναι σωστό να το προσθέτουμε απλώς ως ένα ακόμη ποσό ανά τετραγωνικό.
Έτσι, για μια ενδεικτική κατοικία 100 τ.μ. στην Πάτρα, έχουμε 100 ευρώ ετησίως τέλος καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού και 25 ευρώ Δημοτικό Φόρο, δηλαδή 125 ευρώ από τις δύο άμεσα συγκρίσιμες επιβαρύνσεις, πριν από το ΤΑΠ.
Στην Αθήνα οι αντίστοιχες δύο χρεώσεις είναι 1,40 €/τ.μ. και 0,33 €/τ.μ., δηλαδή περίπου 173 ευρώ για μια κατοικία 100 τ.μ., πριν από το ΤΑΠ.
Στο Ηράκλειο έχουμε 1,50 €/τ.μ. τέλος καθαριότητας και 0,17 €/τ.μ. Δημοτικό Φόρο, δηλαδή περίπου 167 ευρώ για 100 τ.μ., ενώ το ΤΑΠ παραμένει στο 0,35‰.
Επομένως ακόμη και όταν διευρύνουμε τη σύγκριση πέρα από το τέλος καθαριότητας, η Πάτρα εξακολουθεί να εμφανίζει χαμηλή άμεση επιβάρυνση του νοικοκυριού.
Αυτό πρέπει να αναγνωριστεί.
Υπάρχει όμως μια λέξη που αλλάζει ολόκληρη τη συζήτηση:
Ανταποδοτικότητα.
Το τέλος καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού δεν είναι ένας οποιοσδήποτε φόρος. Είναι ανταποδοτικό τέλος. Υπάρχει για να χρηματοδοτεί συγκεκριμένες υπηρεσίες που επιστρέφουν στον δημότη: καθαριότητα, αποκομιδή απορριμμάτων, φωτισμό κοινόχρηστων χώρων και τις σχετικές λειτουργικές ανάγκες.
Επομένως δεν αρκεί να γνωρίζουμε πόσο πληρώνουμε.
Πρέπει να γνωρίζουμε τι παίρνουμε πίσω γι’ αυτά που πληρώνουμε.
Και εδώ τα οικονομικά μεγέθη του ίδιου του Δήμου αποκτούν ιδιαίτερο ενδιαφέρον.
Στον προϋπολογισμό του 2026 προβλέπονται περίπου 19,75 εκατ. ευρώ από Δημοτικά Τέλη, 3,06 εκατ. ευρώ από Δημοτικό Φόρο και 2,33 εκατ. ευρώ από ΤΑΠ.
Δηλαδή περίπου 25,14 εκατομμύρια ευρώ προβλεπόμενων εσόδων μόνο από αυτές τις τρεις κατηγορίες, παρότι πρέπει να διευκρινιστεί ότι έχουν διαφορετική νομική φύση και δεν είναι όλα ανταποδοτικά έσοδα.
Μόνο για την υπηρεσία καθαριότητας και ηλεκτροφωτισμού προβλέπονται σημαντικά έσοδα από το αντίστοιχο τέλος και άλλες πηγές χρηματοδότησης.
Και εδώ φτάνουμε στο δεύτερο μεγάλο επιχείρημα της Δημοτικής Αρχής.
Κάθε φορά που ανοίγει η συζήτηση για τις ανάγκες της πόλης, ο Δήμος επικαλείται την ανεπαρκή κρατική χρηματοδότηση.
Για να είμαστε δίκαιοι, η θέση αυτή πρέπει να καταγραφεί ολόκληρη.
Η Δημοτική Αρχή υποστηρίζει επισήμως ότι οι θεσμοθετημένοι πόροι που αναλογούν στους Δήμους δεν τους αποδίδονται στο σύνολό τους και υπολογίζει ότι ειδικά για την Πάτρα παρακρατούνται από το κράτος 65 έως 67 εκατομμύρια ευρώ κάθε χρόνο.
Πρόκειται για ισχυρισμό και υπολογισμό της Δημοτικής Αρχής, τον οποίο η ίδια επαναλαμβάνει και στον προϋπολογισμό του 2026. Δεν πρέπει επομένως να παρουσιάζεται ως ανεξάρτητα επαληθευμένο οικονομικό δεδομένο χωρίς περαιτέρω ανάλυση των ΚΑΠ και των θεσμοθετημένων πόρων.
Η Δημοτική Αρχή υποστηρίζει επίσης κάτι ακόμη: ότι η καθαριότητα και ο ηλεκτροφωτισμός δεν θα έπρεπε να χρηματοδοτούνται μέσω ανταποδοτικών τελών, αλλά απευθείας από τον κρατικό προϋπολογισμό, επειδή –κατά τη θέση της– οι πολίτες έχουν ήδη χρηματοδοτήσει αυτές τις υπηρεσίες μέσω της γενικής φορολογίας.
Αυτή είναι μια συγκεκριμένη πολιτική θέση.
Το ισχύον σύστημα όμως εξακολουθεί να προβλέπει ανταποδοτική χρηματοδότηση των συγκεκριμένων υπηρεσιών.
Και εδώ εμφανίζεται μια ενδιαφέρουσα αντίφαση στη δημόσια συζήτηση.
Από τη μία πλευρά ο Δήμος υποστηρίζει ότι δεν έχει επαρκή χρηματοδότηση.
Από την άλλη, ο ίδιος αναφέρει ότι για να κρατήσει χαμηλά τα ανταποδοτικά τέλη του 2026 χρησιμοποιεί χρηματικό υπόλοιπο, καθώς και περίπου 1,375 εκατ. ευρώ από ΤΑΠ, τέλος παρεπιδημούντων και τέλος επί ακαθαρίστων εσόδων, ενώ κάνει χρήση της θεσμικής δυνατότητας απόκλισης εσόδων και δαπανών κατά 9,92%.
Η ίδια η Δημοτική Αρχή αναγνωρίζει επίσης ότι οι διαθέσιμοι πόροι δεν επαρκούν για να καλύψουν όλες τις ανάγκες της πόλης.
Επομένως χρειάζεται να ξεχωρίσουμε δύο εντελώς διαφορετικά ζητήματα.
Το πρώτο είναι εάν η Τοπική Αυτοδιοίκηση χρηματοδοτείται επαρκώς από το κεντρικό κράτος.
Το δεύτερο είναι πόσο αποτελεσματικά αξιοποιεί κάθε Δήμος τα χρήματα που πράγματι έχει στη διάθεσή του.
Το ένα δεν καταργεί το άλλο.
Ένας Δήμος μπορεί απολύτως δικαιολογημένα να διεκδικεί περισσότερους πόρους από την Πολιτεία. Ο δημότης όμως δικαιούται ταυτόχρονα να ρωτά τι έγινε με τους πόρους που ήδη εισπράχθηκαν.
Πόσα χρήματα μπήκαν στο ταμείο;
Πόσα πραγματικά δαπανήθηκαν;
Πόσα έμειναν αδιάθετα;
Πόσα πήγαν στην καθαριότητα;
Πόσα στον ηλεκτροφωτισμό;
Πόσα σε προσωπικό, μηχανολογικό εξοπλισμό και εργολαβίες;
Και τελικά, ποιο ήταν το αποτέλεσμα που είδε ο πολίτης στη γειτονιά του;
Αυτό είναι το πραγματικό μέτρο της ανταποδοτικότητας.
Γιατί εάν συγκρίνουμε μόνο τα τέλη, πράγματι η Πάτρα βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.
Εάν όμως θέλουμε να αξιολογήσουμε τη συνολική οικονομική διαχείριση, πρέπει να συγκρίνουμε έσοδα, δαπάνες, διαθέσιμα και παραγόμενο έργο.
Και το ίδιο πρέπει να κάνουμε όταν ακούμε το επιχείρημα περί «πλεονασματικών» προϋπολογισμών ή υψηλών ταμειακών διαθεσίμων.
Η ύπαρξη ταμειακών διαθεσίμων δεν αποτελεί από μόνη της ούτε επιτυχία ούτε αποτυχία. Μέρος τους μπορεί να είναι δεσμευμένο, να αφορά συγκεκριμένα έργα ή μεταφερόμενες υποχρεώσεις. Χρειάζεται πάντοτε να εξετάζεται η σύνθεσή τους.
Αλλά και το αντίστροφο ισχύει.
Το να έχει ένας Δήμος χρήματα στο ταμείο δεν αποτελεί από μόνο του υπηρεσία προς τον δημότη.
Ο ισοσκελισμένος προϋπολογισμός είναι υποχρέωση χρηστής οικονομικής διοίκησης. Η οικονομική σταθερότητα είναι απαραίτητη. Η μείωση του χρέους είναι θετική οικονομική εξέλιξη.
Αλλά ο Δήμος δεν υπάρχει για να συσσωρεύει χρήματα.
Υπάρχει για να τα μετατρέπει σε υπηρεσίες και υποδομές.
Και εκεί πρέπει να μεταφερθεί πλέον η συζήτηση για την Πάτρα.
Όχι μόνο στο αν πληρώνουμε 1 ευρώ αντί για 1,40 ή 2 ευρώ το τετραγωνικό.
Αλλά στο τι αγοράζει τελικά αυτό το 1 ευρώ.
Τι καθαριότητα έχουμε στις γειτονιές;
Σε ποια κατάσταση βρίσκονται οι κάδοι και οι κοινόχρηστοι χώροι;
Τι φωτισμό έχουμε;
Τι γίνεται με τα πεζοδρόμια, το πράσινο και τη συντήρηση;
Πόσο αποτελεσματικά αξιοποιούνται προσωπικό και μηχανολογικός εξοπλισμός;
Πόσα χρήματα κατευθύνονται σε εργολαβίες και ποιο είναι το αποτέλεσμα;
Αυτά είναι τα ερωτήματα που πρέπει να απαντώνται με στοιχεία.
Το τελικό συμπέρασμα επομένως δεν χρειάζεται ούτε μηδενισμό ούτε πανηγυρισμούς.
Ναι, η Πάτρα έχει πράγματι πολύ χαμηλά ανταποδοτικά τέλη σε σχέση με τις άλλες μεγάλες ελληνικές πόλεις.
Όχι, δεν έχει τα χαμηλότερα τέλη μεταξύ και των 332 Δήμων της χώρας.
Ναι, η Δημοτική Αρχή επικαλείται ένα υπαρκτό ευρύτερο ζήτημα χρηματοδότησης της Τοπικής Αυτοδιοίκησης και υποστηρίζει ότι από την Πάτρα παρακρατούνται 65–67 εκατ. ευρώ ετησίως.
Αυτό όμως δεν απαλλάσσει καμία Δημοτική Αρχή από την υποχρέωση να λογοδοτεί για τα χρήματα που πράγματι εισπράττει, διαχειρίζεται και δαπανά.
Γιατί τελικά ο δημότης δεν ζει μέσα στον προϋπολογισμό.
Ζει μέσα στην πόλη.
Βλέπει τον δρόμο του, τη γειτονιά του, τα σκουπίδια, τον φωτισμό, τα πεζοδρόμια, τις πλατείες και το πράσινο.
Και εκεί κρίνεται στην πράξη η σχέση ανάμεσα στο «πόσα πληρώνουμε» και στο «τι παίρνουμε πίσω».
Η χρηστή οικονομική διαχείριση είναι ασφαλώς απαραίτητη. Αλλά αποτελεί μέσο για μια καλύτερη πόλη και όχι αυτοσκοπό.
Ούτε η συσσώρευση χρημάτων στο ταμείο αποτελεί από μόνη της δημοτικό έργο.
Γιατί, στο τέλος της ημέρας, ψηφίσαμε Δήμαρχο, όχι ταμια σε τράπεζα .


