Δεν διαβάζει εφημερίδες, παραδέχεται με ειλικρίνεια και ευθύτητα, διότι δεν του μένει χρόνος, σε σχέση με τις άλλες του μείζονες ασχολίες. Το δηλώνει και δημοσίως, μάλιστα, όχι βέβαια επειδή επαίρεται, αν και μερικές φορές οι έντιμες παραδοχές δεν υπολείπονται σε ύφος της καυχησιάς. Απλώς είχε λόγους να εξηγήσει ότι μερικές φορές ανατρέχει σε παλιές εκδόσεις, και εκεί εντοπίζει κάποια αξιόλογα άρθρα που περίμεναν την προσοχή του όπως ο σκύλος του Οδυσσέα το παλιό αφεντικό: Μόλις τα πιάνει στα χέρια του και τα διατρέχει, εκείνα επιτέλους σφαλούν τα μάτια και ξεψυχάνε.
Ο δικός μας Οδυσσέας είναι πανεπιστημιακός, από τους πλέον παραγωγικούς, γενναίους και σπιρτόζους. Εμείς, πάλι, επιμένουμε σαν τους Γιαπωνέζους υπερασπιστές στα φυλάκια του Ειρηνικού που αψηφούν ή αγνοούν το τέλος του πολέμου και επιμένουν να αγοράζουν την εφημερίδα τους. Κι έτσι ευτυχούμε να διαβάζουμε τα άρθρα του ίδιου του πανεπιστημιακού-που είναι περιστασιακός συνεργάτης παραδοσιακού εντύπου- μαζί με καμπόσους άλλους αθεράπευτους εφημεριδομανείς που δεν τους πιάνει η απεξάρτηση. Για κάποιους τέτοιους σαν εμάς γράφει τα κείμενά του, τα οποία έτσι κι αλλιώς δεν χαραμίζονται, αφού υπάρχει το διαδίκτυο, στο οποίο οι πρόθυμοι, διψασμένοι αναγνώστες ενεδρεύουμε όπως οι κώνωπες στα έλη, που τρυγούν τα μπράτσα του διαβάτη και αφήνουν ένα λάικ με τη μορφή οιδήματος.
Σαν βγεις στον πηγαιμό για οποιαδήποτε Ιθάκη, είναι πολύ πιθανό σε μια πολυδύναμη σάλα που φιλοξενεί εκατοντάδες επιβάτες πασών των τάξεων, των φύλων και των Ρωσιών, να μη δεις άνθρωπο να βαστάει εφημερίδα. Στις μέρες μας γεμίζουμε τον χρόνο των ταξιδιών με σερφαρίσματα, κουβεντολόι, αφασική ξάπλα και κατευνασμό των παιδιών που αδημονούν για ξηρά όπως οι ναύτες του Κολόμβου από την επόμενη στιγμή του απόπλου. Ελάχιστοι διαβάζουν καν βιβλίο, γυναίκες κυρίως, συνήθως όχι πολύ απαιτητικό. Θα μου πεις, για να διαβάσεις βιβλίο, πρέπει να έχεις κιόλας. Πληθαίνουν οι συμπατριώτες που ομολογούν χωρίς κανένα βασανιστήριο ότι δεν έχουν μυαλό για διάβασμα. Τουλάχιστον δεν βρίζουν τους συγγραφείς. Τις εφημερίδες τις βρίζουν. Λες και τους πειράζει η εφημερίδα. Η οποία έχει ήδη αποβληθεί. Σε δημοφιλή τόπο διακοπών αναζητούσαμε σούπερ μάρκετ που πουλάει εφημερίδα. Μήπως, κάποιο. Στη χώρα; Στην ενδοχώρα; Στην άνω χώρα; Στην παραλιακή; Μας κοιτούσαν σαν να τους ρωτούσε ο κ. Γεώργιος Βιζυηνός πού θα βρει το σπίτι του κ. Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη.
Ο πανεπιστημιακός, βέβαια, που μας έδωσε το έναυσμα γι’ αυτό το κείμενο, διαβάζει το καταπέτασμα, αντίθετα με άλλους πανεπιστημιακούς. Η δική του εξήγηση ήταν το έλλειμμα χρόνου. Ο χρόνος είναι κάτι υποκειμενικό, φυσικά. Κάποιος άλλος θα έλεγε, ειδικά τις Κυριακές, ότι ακριβώς επειδή διαβάζει εφημερίδες, δεν του μένει χρόνος για τίποτε άλλο. Μάλιστα, αυτός είναι λόγος για τον οποίο κάποιοι έκοψαν την εφημερίδα της Κυριακής: Αφιερώνουν οι εκδόσεις τόσο πολύ χώρο για αναλόγως λίγα αντικείμενα, που κατέληξε η εφημερίδα να στοιχειώνει τους φιλότιμους αντί να τους τέρπει, σε συνδυασμό με τις ασκήσεις ύφους και τους χαρταετούς ορισμένων συνεργατών αλλά και τον συναγωνισμό κάποιων άλλων ποιος θα συντάξει το πιο δυσνόητο κείμενο, γεμίζοντας τον αναγνώστη ενοχές: Ορίστε. Δεν διάβασα ποτέ μου Χάιντεργκερ και να τώρα που νοιώθω αγράμματος.
Εμείς βέβαια επιμένουμε και θα επιμένουμε όσο υπάρχουν εφημερίδες και όσο υπάρχουμε εμείς, ελπίζοντας και τα δύο να διαρκέσουν, ιδίως το δεύτερο. Καμιά φορά βέβαια, εκεί που κρατάμε στα χέρια αυτό το ημισέντονο που συχνά δυστροπεί στον χειρισμό, στο γύρισμα της σελίδας, στον άνεμο, διερωτώμαστε μήπως δεν είναι ιδιότροποι οι μυριάδες που οδηγούν ανάποδα, αλλά εμείς. Αλλά σύντομα ο Εωσφόρος αποσύρει τον Πειρασμό, ηττημένος. Υπερισχύει, όχι η δύναμη της συνήθειας, αλλά η πεποίθηση ότι η εφημερίδα μας προσφέρει αξιολόγηση επίκαιρου υλικού, αντικείμενα διαχρονικού ενδιαφέροντος, παιδευτικά εργαλεία, και κυρίως αφορμές να ιντριγκάρουμε τη σκέψη μας και να ξύσουμε το μολύβι της διανοίας μας. Ας πούμε ότι είναι μια μορφή γυμναστηρίου, απολύτως απαραίτητη στην ενήλικη ζωή. Είτε επειδή δεν τα ξέρεις όλα, είτε ακριβώς επειδή τα ξέρεις, και οι δύο διαστάσεις του εαυτού σου ανταμώνουν με παλιούς και νέους πολεμιστές, προσκυνητές, σταυροφόρους, ζογκλέρ, άρχοντες και υπασπιστές, ερευνητές και αλχημιστές, αστρονόμους και ληστές στο βασίλειο του χάρτινου στίβου. Χώρια που η τριβή αυτή σου επιτρέπει να χτενίζεις τη γλώσσα και να απολαμβάνεις νέους βοστρύχους, παλιές ρίζες, καινούργιες κομμώσεις, επίμονα τσιμπούρια.
Στα σαλόνια των πλοίων, ανεμίζουν τα ιστία των σελίδων σου, και πίσω από τα κατάρτια τους εσύ, ο αλλόκοτος ταξιδευτής, αιώνια κερδισμένος: Με ένα ευρώ και τριάντα τις καθημερινές, δύο ευρώ τα Σάββατα και τις Κυριακές, πάντα θα βρίσκεις στις εφημερίδες σου αυτό που θα σε εκφράσει, θα σε διαφωτίσει, θα σε ερεθίσει, θα σε εκπλήξει, θα σε διασκεδάσει. Μπορεί ακόμα και να σου αλλάξει τη ζωή, παρακινώντας σε προς ένα βιβλίο, μια παράσταση, έναν τόπο, έναν μουσικό, μια άποψη, μια ιδεολογία, ένα γήπεδο, μια άσκηση, μια συνταγή μαγειρικής. Εσύ πάλι μπορεί να πιστεύεις ότι οι δημοσιογράφοι είναι για φυλακή, για ένα καλό μπερντάχι, για γιούχα, για λύπηση. ΟΚ, μη διαβάζεις εφημερίδα. Γλιτώνεις πολύ χρόνο έτσι και θα μπορείς να τον αφιερώνεις σε ένα σωρό αξιόλογα πράγματα που σε κάνουν καλύτερο άνθρωπο και μαζί σου την κοινωνία, την πόλη, τη χώρα.



