
Άρθρο του Σπυρίδωνος Κ. Γερούλια, φοιτητή Νομικής Σχολής Πανεπιστημίου Λευκωσίας
Συχνά γινόμαστε μάρτυρες συμβάντων στα οποία η αστυνομική βία λειτουργεί εις βάρος των απλών πολιτών. Αλησμόνητα μένουν στη μνήμη μας γεγονότα που επιβεβαιώνουν την προαναφερθείσα τακτική. Χαρακτηριστικά αναφέρονται η υπόθεση του 16 χρόνου Ρομά Κώστα Φραγκούλη το 2022, καθώς και αντίστοιχο γεγονός ξυλοδαρμού στη Νέα Σμύρνη το 2021 κι άλλα παρόμοια. Το παρόν άρθρο γράφεται με αφορμή ένα συναφές συμβάν που προστίθεται στη «λίστα» της παραβατικής συμπεριφοράς των οργάνων της τάξης, εκείνο της καταδίωξης του 20 χρόνου οδηγού που έλαβε χώρα στο Άργος. Η ενημέρωση έχει καταστεί δυνατή από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης και από ανακοίνωση της ΕΛ.ΑΣ. Βάσει των πραγματικών γεγονότων, δύο αστυνομικοί, οι οποίοι, πλέον κατηγορούνται για απόπειρα ανθρωποκτονίας με ενδεχόμενο δόλο, κατεδίωξαν έναν 20χρονο, καθώς ο τελευταίος δεν δέχτηκε να υποβληθεί σε τυπικό – νόμιμο έλεγχο με αποτέλεσμα να προσπαθήσει να ξεφύγει με το αυτοκίνητο του. Το γεγονός ότι ο 20χρονος ήταν «γνωστός» στις αστυνομικές αρχές, καθώς στο παρελθόν είχαν βρεθεί στο όχημα του παράνομα αντικείμενα και ότι το αυτοκίνητο που οδηγούσε ήταν δηλωμένο σε άλλο όνομα αποτέλεσε «πάτημα» για τους αστυνομικούς, ώστε να ξεκινήσουν την καταδίωξη, θεωρώντας τον ύποπτο για διαρρήξεις, επιθέσεις κι άλλες παρόμοιες παραβατικές συμπεριφορές. Σύμφωνα με τα αποδεικτικά στοιχεία οι αστυνομικοί πυροβόλησαν στο σημείο 13 φορές. Εδώ ακριβώς ανακύπτει το κρίσιμο νομικό ερώτημα : Οι πυροβολισμοί και, εν γένει, η χρήση των εν λόγω μέσων συνάδουν αναλογικά με τον επιδιωκόμενο σκοπό και σε ποιες περιπτώσεις καθίσταται αναγκαίο να χρησιμοποιηθούν, σύμφωνα με το νομοθετικό πλαίσιο και τα πρωτόκολλα της ΕΛ.ΑΣ ;
Εκ πρώτης όψεως, το βασικό δικαίωμα για το οποίο γίνεται λόγος στην συγκεκριμένη υπόθεση είναι εκείνο της Ζωής, όπως αυτό κατοχυρώνεται στο άρθρο 5 του Συντάγματος και στο άρθρο 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (εφεξής ΕΣΔΑ). Το εν λόγω δικαίωμα, σύμφωνα με την διάκριση των δικαιωμάτων σε «status», ανήκει τόσο στην κατηγορία των «status negativus», οσο και σε αυτήν των «status positivus». Ειδικότερα, το δικαίωμα στη ζωη είναι ένα ατομικό δικαίωμα του οποίου ο φορέας αξιώνει από το κράτος ανοχή. Αυτό σημαίνει πως το κράτος δεν έχει κανένα δικαίωμα να προσβάλλει το εν λόγω προστατευόμενο έννομο αγαθό. Η αρχή της αναλογικότητας και η υποχρέωση του κράτους να λαμβάνει θετικά μέτρα κατοχυρώνεται στο άρθρο 25 Σ περί κοινωνικού κράτους δικαίου και προστασίας των θεμελιωδών δικαιωμάτων. Βέβαια, υπάρχουν κι εξαιρέσεις, στις οποίες θα γίνει αναφορά στη συνέχεια, και μάλιστα υπό αυστηρές προϋποθέσεις. Βασικό ρόλο στο σημείο αυτό παίζει η ορθή στάθμιση των δικαιωμάτων και η αναλογία του μέσου αντιμετώπισης και του επιδιωκόμενου σκοπού. Εκτός αυτού, ο φορέας του συγκεκριμένου δικαιώματος, δηλαδή ο εκάστοτε πολίτης, αξιώνει από το κράτος την λήψη θετικών μέτρων για την προστασία του εννόμου αγαθού της ζωής (positive obligations), όπως για παράδειγμα, σαφείς κανόνες, σωστή εκπαίδευση, έλεγχο, λογοδοσία και αποτελεσματική διερεύνηση όταν γίνεται χρήση θανατηφόρας ή δυνητικά θανατηφόρας βίας. Ως εκ τούτου το δικαίωμα στη ζωή δεν παραπέμπει μόνον σε απαγόρευση αυθαίρετης αφαίρεσης ζωής, αλλά καθιστά το κράτος υπόχρεο να επιβάλλει θετικά μέτρα ως προς την προστασία του.
Σύμφωνα με το νομολογιακό προηγούμενο, στην προκειμένη περίπτωση η υπόθεση Μακαρατζή κατά Ελλάδος (2004) είναι μείζονος σημασίας, καθώς τα πραγματικά περιστατικά της τελευταίας είναι σχεδόν ίδια με αυτά της υπόθεσης του Άργους. Ο Χρήστος Μακαρατζής εν έτει 1994 τράπηκε σε φυγή όταν κλήθηκε από τους αστυνομικούς να υποστεί νόμιμο έλεγχο στο κέντρο της Αθήνας και οι αστυνομικοί πυροβόλησαν επανειλημμένα προς το μέρος του οχήματος με αποτέλεσμα να ο Χ. Μακαρατζής να τραυματιστεί σοβαρά, χωρίς όμως να χάσει τη ζωή του. Η εν λόγω υπόθεση εκδικάστηκε από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο (ΕΔΔΑ), το οποίο αποφάνθηκε πως η Ελλάδα παραβίασε το άρθρο 2 της ΕΣΔΑ για το λόγο ότι η χρήση όπλου κατέστη υπέρμετρη και δεν διεπόταν από το νομοθετικό πλαίσιο, αλλά και για το λόγο ότι η έρευνα που διεξήχθη περί της ευθύνης των αστυνομικών δεν υπήρξε αποτελεσματική. Το ΕΔΔΑ τόνισε πως οι αστυνομικές επιχειρήσεις θα πρέπει να οργανώνονται, να ελέγχονται και να εκτελούνται εντός πλαισίου αναγκαιότητας και αναλογικότητας. Η υπόθεση του Άργους παρουσιάζεται με την μόνη διαφορά ότι η χρήση βίας από μέρους των αστυνομικών οδήγησε στην αφαίρεση της ζωής του 20χρονου, κάτι που την καθιστά ακόμη πιο σοβαρή και άξια προς ενδελεχή έρευνα για την απόδοση των ευθυνών.
Αναγκαία είναι η αναφορά και ερμηνεία του Ν.3169/2003, ο οποίος πραγματεύεται την χρήση των πολυβόλων όπλων από μέρους των αστυνομικών. Βάσει του άρθρου 1 του προαναφερθέντος νόμου ο πυροβολισμός κλιμακώνεται ανάλογα τον στόχο της βολής. Ο αστυνομικός επιτρέπεται κατά την εκτέλεση της υπηρεσίας του να προτάσσει το όπλο, εφόσον συντρέχει κίνδυνος ένοπλης επίθεσης σε βάρος αυτού ή τρίτου. Σύμφωνα με το άρθρο 3 του εν λόγω νόμου περί χρήσης πυροβόλου όπλου και αρχών που τη διέπουν ο αστυνομικός επιτρέπεται να κάνει ήπια χρήση του όπλου του εάν έχουν εξαντληθεί τα πιθανά ηπιότερα μέσα, όπως, προτροπές, χρήση εμποδίων, σωματική βία κλπ., η χρήση όπλου δεν συνιστά υπερβολικό μέτρο σε σχέση με το είδος της επικινδυνότητας και τέλος εάν έχει δηλωθεί η επικείμενη χρήση όπλου. Αξίζει να σημειωθεί πως σε ένα επόμενο στάδιο ο εκφοβιστικός πυροβολισμός, πυροβολισμός κατά πραγμάτων και πυροβολισμός ακινητοποίησης καθίσταται νόμιμος με την προϋπόθεση ότι πρόκειται για την απόκρουση ένοπλης επίθεσης, αποτροπή επικείμενης τέλεσης κακουργήματος, σύλληψη καταδικασθέντος, αποτροπή παράνομης εισόδου – εξόδου από τη χώρα, προστασία εγκαταστάσεων κοινής ωφέλειας, αποτροπή απόδρασης και αποτροπή αφοπλισμού αστυνομικού κατά την υπηρεσία του. Ενώ ο πυροβολισμός εξουδετέρωσης – ακινητοποίησης, που παρατηρήθηκε στην υπόθεση του Άργους, είναι επιτρεπτή μόνο όταν απαιτείται απόκρουση επίθεσης ενωμένης με επικείμενο κίνδυνο θανάτου ή βαριάς σωματικής βλάβη και για διάσωση ομήρων που κινδυνεύουν. Έπειτα από ενδελεχή ερμηνεία του άρθρου 3 Ν.3169/2003 καθίσταται εναργές πως η χρήση πυροβόλου όπλου απαγορεύεται εναντίον ένοπλου πλήθους, καθώς δημιουργείται κίνδυνος για άοπλους, εναντίον ανηλίκου, εναντίον προσώπου που τρέπεται σε φυγή, όταν καλείται να υποστεί νόμιμο έλεγχο και εφόσον υπάρχει κίνδυνος να πληγεί τρίτος. Διαβάζοντας τα παραπάνω καθίσταται αντιληπτό πως ο νόμος αυτός προτάσσει μια προϊούσα κλιμάκωση καθώς αντιμετωπίζει το όπλο ως έσχατο μέσο και όχι ως απλό μέσο καταδίωξης ή σύλληψης και μάλιστα η χρήση του οποίου για να καταστεί αναγκαία και νόμιμη οφείλουν να συντρέχουν αυστηρές προϋποθέσεις.
Η εξέλιξη των πραγματικών γεγονότων του περιστατικού στο Άργος, και συγκεκριμένα η εγκατάλειψη του οχήματος από τον νεαρό και η έντονη προσπάθεια να διαφύγει πεζός, ανεβαίνοντας σε μαντρότοιχο καθιστά ακόμη πιο δύσκολο το ενδεχόμενο να θεωρηθεί η χρήση όπλου ως δικαιολογημένη ως πυροβολισμός ακινητοποίησης ή εξουδετέρωσης. Και τούτο, διότι, με τα νέα δεδομένα η φύση της απειλής μεταβλήθηκε ουσιωδώς. Κατά τη διάρκεια της οδήγησης θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι το όχημα αποτελούσε δυνητικό μέσο πρόκλησης κινδύνου για τους αστυνομικούς ή τρίτους, μετά την εγκατάλειψή του. Σε αυτή την περίπτωση ο συγκεκριμένος κίνδυνος εξέλιπε, πράγμα που καθιστά αναγκαία την επιβολή νέας αξιολόγησης της κατάστασης υπό το πρίσμα της αρχής της αναλογικότητας. Λαμβάνοντας υπόψη τον Ν. 3169/2003 , γεννάται το ερώτημα κατά πόσο εξακολουθούσαν να συντρέχουν οι προϋποθέσεις για πυροβολισμό ακινητοποίησης ή, πολύ περισσότερο, εξουδετέρωσης, όταν ο καταδιωκόμενος επιχειρούσε απλώς να διαφύγει πεζός. Η προσφυγή σε δυνητικά θανατηφόρα βία πρέπει, άλλωστε, να ερμηνεύεται υπό το πρίσμα του άρθρου 2 της ΕΣΔΑ, το οποίο επιτρέπει τη χρήση της μόνο όταν είναι «απολύτως αναγκαία» για την προστασία της ζωής.
Λαμβάνοντας σοβαρά υπόψην την παρούσα πραγμάτευση μείζονος σημασίας αυτού προβλήματος καταλήγουμε στο ότι τα πολλαπλά περιστατικά αυθαίρετης αστυνομικής βίας που επιφέρουν αφαίρεση της ανθρώπινης ζωής δημιουργούν αμφιβολίες για το πόσο εφαρμόζεται de factο το άρθρο 25 Σ που προάγει ένα κοινωνικό κράτους δικαίου και ο Ν.3169/2003 περί προϋποθέσεων χρήση πυροβόλου όπλου από αστυνομικούς. Αυτό το οποίο δημιουργεί προβληματισμό είναι το γεγονός ότι η Ελλάδα έχει καταδικαστεί πολλαπλές φορές στο παρελθόν για την αυθαίρετη χρήση βίας από μέρους των αστυνομικών. Βάσει του νομολογιακού προηγούμενου υποθέσεις όπως : Makaratzis κατά Ελλάδος (2004), Bekos και Koutropoulos κατά Ελλάδος (2005), Stefanou κατά Ελλάδος (2010), Galotsin κατά Ελλάδος (2010) και Zontul κατά Ελλάδος (2012) συνιστούν αδιάσειστη απόδειξη ότι η χώρα μας έχει ήδη καταδικαστεί για αναλογικά φαινόμενα. Αν ληφθή υπόψη πως σχεδόν κατόπιν τριών δεκαετιών μετά τα πραγματικά περιστατικά των ανωτέρω υποθέσεων, επανερχόμαστε σε παρόμοια εικόνα εν ετει 2026, τότε το πρόβλημα δεν είναι τόσο μεμονωμένο, όσο θεσμικό. Συνεπώς, αστυνομική βία – πιθανώς – να είναι απότοκο προβληματικής εκπαίδευσης των υποψηφίων αστυνομικών, επιχειρησιακής κουλτούρας και ελλιπούς ελέγχου της αστυνομικής βίας.


