Τους Χάσμα τους θεωρώ μια μεγάλη μπάντα που πέρασε από τον χώρο του ελληνικού punk. Από αυτές τις μπάντες που μπορεί να μην έγιναν ποτέ γνωστές σε όλο τον κόσμο, αλλά μέσα στον χώρο τους ξέρεις και τις σέβεσαι.
Εγώ τους γνώρισα σε μια εποχή που όλη αυτή η φάση ήταν διαφορετική. Άλλες παρέες, άλλοι χώροι, άλλος τρόπος να ακούσεις μια μπάντα. Δεν υπήρχε το internet όπως το ξέρουμε σήμερα. Δεν πάταγες ένα κουμπί και έβλεπες τι κάνει μια μπάντα από τον Πύργο. Έπρεπε να ψάξεις. Να βρεις μια κασέτα, ένα CD, μια συλλογή, να σου πει κάποιος για ένα live.
Τους είχα δει σε μια κατάληψη στο Γαλατικό Χωριό και πραγματικά είχα γουστάρει τη φάση. Όχι μόνο τους ίδιους, αλλά όλο αυτό που υπήρχε γύρω από το live. Ο χώρος, ο κόσμος, οι παρέες, η μουσική. Μετά τους ξαναείδα κάμποσες φορές και είχε ενδιαφέρον να βλέπεις την μπάντα να προχωράει.
Όταν τους πρωτοείδα ήταν ακόμα σε εμβρυακή φάση. Δεν είχαν φτάσει ακόμα εκεί που θα έφταναν τα επόμενα χρόνια. Αλλά από τότε υπήρχε κάτι. Είχαν αισθητική, είχαν άποψη και κυρίως είχαν τη δική τους ταυτότητα. Και αυτό κούμπωνε μέσα μου.
Οι Χάσμα ξεκίνησαν από τον Πύργο Ηλείας στις αρχές των ’90s. Και αυτό έχει τη δική του σημασία. Γιατί το ελληνικό punk δεν ήταν μόνο Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Υπήρχαν μπάντες σε όλη την Ελλάδα και πολλές φορές σε μέρη που δεν θα περίμενες. Άνθρωποι που έπαιρναν τα όργανά τους και έφτιαχναν τη δική τους μουσική.
Οι Χάσμα ήταν μια τέτοια περίπτωση.
Τα πρώτα τους live έγιναν στην Ηλεία. Το 1993 έπαιξαν στην Αμαλιάδα ως support στους Χαοτική Διάσταση και τον Μάρτιο του 1994 έπαιξαν μαζί με τους Panx Romana. Από εκεί ξεκίνησε η διαδρομή τους και σιγά σιγά άρχισαν να ανοίγονται προς τον υπόλοιπο χώρο.
Και μετά ήρθαν οι κυκλοφορίες.
Το 1996 η κασέτα «Όλοι Τόσο Μόνοι».
Το 1998 τα «Χρώματα Του Μίσους».
Το 2000 η «Αντεκδίκηση».
Και το 2003 το «Κάθε Φορά Που Άλλος Γίνομαι».
Όλα DIY.
Και για μένα αυτό έχει μεγάλη σημασία. Γιατί τότε το DIY δεν ήταν μόδα. Ήταν ανάγκη. Έπρεπε να κάνεις μόνος σου τον δίσκο, να βρεις τρόπο να τον διακινήσεις, να τον στείλεις σε άλλη πόλη, να βρεις χώρο να παίξεις.
Και οι Χάσμα το έκαναν.
Έπαιζαν σε καταλήψεις, σε αυτοοργανωμένους χώρους και σε συναυλίες αλληλεγγύης. Δεν ήταν μια μπάντα που έβγαζε έναν δίσκο και περίμενε να την πάρει κάποια εταιρεία. Υπήρχε συνεχής παρουσία στον χώρο και σε όλη αυτή τη φάση που τότε ήταν πολύ πιο ζωντανή.
Οι συλλογές επίσης έπαιζαν μεγάλο ρόλο. Μια κασέτα ή ένα CD με διάφορες μπάντες μπορούσε να σε κάνει να γνωρίσεις ένα συγκρότημα που δεν είχες ακούσει ποτέ. Έτσι η μουσική ταξίδευε από πόλη σε πόλη.
Οι Χάσμα συμμετείχαν σε διάφορες ανεξάρτητες συλλογές, ενώ το «Όλοι Τόσο Μόνοι» μπήκε και στη συλλογή «Μπροστά Στο Χρόνο… Όλοι Τόσο Μόνοι» της MINOS-EMI.
Και μέσα στα «Χρώματα Του Μίσους» υπάρχει και το «Τα Παράσημα Του Παραδείσου», διασκευή από τους Γενιά Του Χάους. Μου αρέσει αυτή η επιλογή γιατί δείχνει και τις αναφορές τους. Ήταν μέρος μιας σκηνής που είχε ήδη τη δική της ιστορία, αλλά ταυτόχρονα προσπάθησαν να φτιάξουν κάτι δικό τους.
Και είχαν έναν ωραίο ήχο.
Γρήγορο punk, αλλά μελωδικό. Κοινωνικοπολιτικό στίχο, αλλά χωρίς να χρειάζεται να ουρλιάζουν συνέχεια. Ωραίες κιθάρες, μελωδίες και κομμάτια που μπορούσες να ακούσεις ξανά.
Το πρώτο τραγούδι που είχα ακούσει από αυτούς ήταν τα «Φώτα», από την πρώτη τους demo κασέτα. Το είχα ακούσει στη συλλογή «Αποκάλυψη Νο. 2» της Heavy Rock Tapes, κάπου στο 1997.
Από εκεί άρχισα να τους ψάχνω περισσότερο. Μετά ήρθε το live στο Γαλατικό Χωριό και ακολούθησαν κι άλλα. Και όσο τους ξανάβλεπα, τόσο περισσότερο έβλεπα την εξέλιξή τους. Η μπάντα έδενε, ο ήχος γινόταν πιο συγκεκριμένος και τελικά απέκτησε τη δική της ταυτότητα.
Στην «Αντεκδίκηση» υπάρχει και ο Τάκης Νταβέλος από τους Τσοπάνα Rave, που παίζει keyboards στο «Πώς». Μια μικρή λεπτομέρεια, αλλά από αυτές που δείχνουν και το κλίμα της εποχής, όπου οι μπάντες είχαν επαφή μεταξύ τους και υπήρχαν συνεργασίες και κοινά live.
Το τελευταίο τους mini CD, το «Κάθε Φορά Που Άλλος Γίνομαι», έχει επτά κομμάτια. Ανάμεσά τους τα «Συνταγές», «Φυλακή Με Χαρά», «Δεν Με Ελέγχω» και «Ό,τι Αγαπώ Είναι Για Λίγο».
Και αν το βάλεις δίπλα στο «Όλοι Τόσο Μόνοι», καταλαβαίνεις πόσο δρόμο είχε κάνει η μπάντα. Από εκείνη την πρώτη, εμβρυακή φάση στον Πύργο, μέχρι μια μπάντα που πλέον είχε βρει τον ήχο και την ταυτότητά της. Και μέσα σε όλα αυτά υπήρχε πάντα η ίδια λογική: να κάνουν τη μουσική τους, να τη βγάζουν μόνοι τους και να παίζουν όπου μπορούσαν.
Για μένα αυτό είναι και το σημαντικότερο στους Χάσμα. Δεν είναι μόνο οι δίσκοι, αλλά όλη εκείνη η εποχή, οι καταλήψεις, οι συναυλίες, η ανεξάρτητη σκηνή και η φάση γύρω από αυτήν. Εγώ τους είδα τότε, τους ξαναείδα αρκετές φορές και είχα την τύχη να δω αυτή την εξέλιξη από κοντά. Τους γούσταρα τότε και εξακολουθώ να θεωρώ ότι ήταν μια από τις σημαντικές μπάντες που πέρασαν από το ελληνικό punk.


