Με τις πληθωρικές διαστάσεις του επιβάλλεται σε κάθε επισκέπτη του κέντρου της Αθήνας. Αποτελώντας καίριο τμήμα του πιο δημοφιλούς σημείου του, στην περιφέρεια της πλατείας Συντάγματος που με τη σειρά της κοσμείται από τα περίλαμπρα κτήρια των εμβληματικών ξενοδοχείων της πρωτεύουσας.
Γύρω του οι χιλιάδες διαβάτες, Έλληνες και ξένοι, μοιάζουν με ανθρώπινο ποτάμι, αλλά οι περισσότεροι ακόμη κι αν δεν το επισκεφθούν θα σταθούν για λίγο να θαυμάσουν το μεγαλείο του και τις ελκυστικές βιτρίνες των καταστημάτων που φιλοξενεί.
Το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, το οποίο εδώ και χρόνια έγινε City Link, είναι ένας αυτόνομος κόσμος μέσα στον κόσμο της Αθήνας.
Η αφετηρία για το Μετοχικό Ταμείο Στρατού
Αυτό το εμβληματικό Μέγαρο έχει μια συναρπαστική ιστορία, οι ρίζες της οποίας βρίσκονται πολύ πριν το χτίσιμό του. Η πραγματική αφετηρία είναι στη δημιουργία του ίδιου του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, του οποίου αποτέλεσε και αποτελεί το «πετράδι του Στέμματος».
Η αρχή έγινε στις 8 Οκτωβρίου 1852, όταν ο τότε Υπουργός Στρατιωτικών Σπύρος Μήλιος, -προς τιμήν του οποίου ονομάστηκε και η στοά που ενώνει τις οδούς Αμερικής και Βουκουρεστίου μέσω του Μεγάρου-, παρουσίασε στην Βουλή νομοσχέδιο για τη σύσταση Ταμείου με σκοπό την εξασφάλιση και ανακούφιση των χήρων και ορφανών των αγωνιστών του αγώνα της ανεξαρτησίας που έπεσαν υπέρ της ελευθερίας της πατρίδας, καθώς και των επιζώντων αγωνιστών.

Το επιβλητικό Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού δεσπόζει στο κέντρο της Αθήνας, αποτελώντας ένα αυτόνομο σημείο αναφοράς στην πλατεία Συντάγματος.
Το 1853 δημοσιεύτηκε ο νόμος περί ιδρύσεως του «Ταμείου Χηρών και Ορφανών του Στρατού της γραμμής, της Χωροφυλακής και της Οροφυλακής», με δικούς του πόρους. Το κείμενο του νόμου είχε συντάξει ο αγωνιστής και στρατιωτικός συγγραφέας λοχαγός Χρήστος Βυζάντιος, κατά τα πρότυπα που ίσχυαν και σε ξένους στρατούς.
Το 1861 ιδρύθηκαν τρία ξεχωριστά ταμεία (Αξιωματικών, Υπαξιωματικών και Χηρών και Ορφανών). Το 1867 τα τρία αυτά ταμεία συνενώθηκαν σε ένα, το «Ταμείον Μετοχικόν του κατά Γην Στρατού». Το 1935 μετονομάσθηκε σε Μετοχικό Ταμείο Στρατού και το 1937 με τον Α.Ν 559/1937, ο οποίος με ορισμένες τροποποιήσεις ισχύει μέχρι σήμερα, μπήκαν οι στέρεες βάσεις οργάνωσης και λειτουργίας του.
Το Μετοχικό Ταμείο Στρατού είναι Νομικό Πρόσωπο Δημοσίου Δικαίου (ΝΠΔΔ) και τελεί υπό τον έλεγχο και την εποπτεία του Υπουργού Εθνικής Άμυνας μέσω του Γενικού Επιτελείου Στρατού.
Η αποστολή του είναι η οικονομική ενίσχυση των μετόχων και μερισματούχων με την παροχή μερίσματος, βοηθήματος επαγγελματικής αυτοτέλειας, εφάπαξ βοηθήματος λόγω θανάτου, καθώς και η άσκηση κοινωνικής πρόνοιας με τη χορήγηση χαμηλότοκων δανείων ειδικών αναγκών.
Στο διάβα του χρόνου, το ΜΤΣ απέκτησε σημαντική ακίνητη περιουσία είτε μέσω παραχώρησης από το κράτος, είτε λόγω κληροδοτημάτων, δωρεών κλπ. Έφτασε μάλιστα να δημιουργήσει και τη δική του τράπεζα, τη μετέπειτα Γενική Τράπεζα που στη συνέχεια ενσωματώθηκε στην Τράπεζα Πειραιώς.
Το ΜΤΣ διαθέτει στην περιουσία του στην Αττική κτήρια συνολικής επιφάνειας οικοπέδων 15.285 τ.μ. περίπου με 34 ορόφους και 12 υπόγεια συνολικής εκμεταλλεύσιμης επιφάνειας 85.312 τ.μ., καθώς και οικόπεδα 2.146,75 τ.μ.
Το κορυφαίο asset μεταξύ αυτών είναι το μεγάλο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, νυν City Link, που…απλώνεται μεταξύ των οδών Σταδίου-Βουκουρεστίου-Πανεπιστημίου-Αμερικής, επιφάνειας 65.000 τ.μ.
Η μεγάλη διαδρομή
Πρόκειται για το μεγαλύτερο ενιαίο κτήριο της χώρας και κάποτε ένα από τα μεγαλύτερα των Βαλκανίων και από τα ελάχιστα που καταλαμβάνουν ένα ολόκληρο οικοδομικό τετράγωνο, ανήκοντας σε έναν ιδιοκτήτη.
Το κτήριο αναπτύσσεται σε έξι ορόφους με τρία υπόγεια, ενώ το ισόγειο του είναι διπλό, με κύριο χαρακτηριστικό τη Στοά Σπύρου Μήλιου, με τη γυάλινη οροφή, εντός της οποίας είναι τοποθετημένα εμπορικά καταστήματα, καφέ, θέατρα κ.α., αποτελώντας σήμερα ένα από τα “hot spot” στη ζωή της πόλης.
Όσο μεγάλο είναι το ακίνητο όπου τα τελευταία χρόνια στεγάζονται, μεταξύ άλλων, το πολυκατάστημα Attica και τα κεντρικά γραφεία της Τράπεζας Πειραιώς, τόσο μεγάλη είναι και η ιστορία του, η οποία συμβαδίζει με τις φάσεις εξέλιξης του κέντρου της Αθήνας.

Το εμβληματικό οικοδόμημα πέρασε από περιόδους μεγάλης ακμής, γλίτωσε από την κατεδάφιση και ανέκτησε πλήρως την παλιά του ιστορική αίγλη.
Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί, για παράδειγμα, ότι σε αυτό το πολύτιμο τετράγωνο, το «φιλέτο των φιλέτων» της πρωτεύουσας, όπου δεσπόζει σήμερα αυτό το πελώριο κτήριο το οποίο φιλοξενεί στην περίμετρό του καταστήματα όπως της εμβληματικής φίρμας ειδών πολυτελείας Hermes, φημισμένα κοσμηματοπωλεία, μοδάτα καφέ και εστιατόρια, κάποτε ήταν…στάβλοι και κοτέτσια, ακόμη και αν αυτά είχαν βασιλική «σφραγίδα».
Κι όμως, στην μικρή πόλη της Αθήνας που το 1834 έγινε πρωτεύουσα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους με απόφαση του βασιλιά Όθωνα, ο συγκεκριμένος χώρος ήταν… ελεύθερο οικόπεδο. Λόγω της γειτνίασης με τα τότε Ανάκτορα, δηλαδή την μετέπειτα Βουλή, αποφασίστηκε να στηθούν εκεί οι βασιλικοί στάβλοι, με τα άλογα και τις άμαξες, καθώς και τα…βασιλικά κοτέτσια, ενώ χτίστηκαν και ορισμένα ακίνητα για το προσωπικό.
Περί το 1924, με την κατάργηση της μοναρχίας το οικόπεδο πέρασε στο Δημόσιο, απομακρύνθηκαν οι στάβλοι και φιλοξενούσε διάφορες δραστηριότητες μέχρι και τσίρκο, με άγρια θηρία και ακροβάτες.
Στο κέντρο της Αθήνας, όμως, έπαιρναν τη θέση τους νεοκλασικά κτήρια και κατοικίες, οπότε γρήγορα ωριμάσει η ιδέα της αξιοποίησής του. Οι προτάσεις ήταν πολλές και προέβλεπαν από την κατάτμησή του σε μικρότερα κομμάτια για οικιστική χρήση, μέχρι τη δημιουργία πλατείας και όπερας.
Εκείνη την περίοδο εισήλθε στο σκηνικό το Μετοχικό Ταμείο Στρατού και το 1925 αποφασίστηκε η μεταβίβασή του από το Δημόσιο έναντι τιμήματος 50 εκατ. δραχμών. Το ποσό ήταν ιδιαίτερα υψηλό κι έτσι καταβλήθηκε ένα μέρος του περί τα 15 εκατ. δρχ. με μετρητά και έντοκα γραμμάτια ενώ τα υπόλοιπα με χρεόγραφα.
Ακολούθησε αρχιτεκτονικός διαγωνισμός, στον οποίο συμμετείχαν όλα τα «βαριά» ονόματα της εποχής. Αν και υποβλήθηκαν 37 προτάσεις, τα πρωτεία (και το βραβείο των 100.000 δραχμών) κατέκτησαν οι νεαροί τότε αρχιτέκτονες, άρτι αφιχθέντες από την περίφημη Ecole des Beaux Arts του Παρισιού, Βασίλειος Κασσάνδρας και Λεωνίδας Μπόνης.
Το Μέγαρο ξεκίνησε να κτίζεται το 1927 και ολοκληρώθηκε σε τρεις φάσεις το 1938. Αρχικά κατασκευάστηκε το τμήμα επί της οδού Σταδίου, με καταστήματα στο ισόγειο και γραφεία στους ορόφους, στη συνέχεια η στοά με πολιτιστικούς χώρους (θέατρα κ.α.) στο ισόγειο και γραφεία στους ορόφους και τέλος η πτέρυγα επί της οδού Πανεπιστημίου, με την ίδια κατανομή, όπου ανάμεσα στα καταστήματα του ισογείου περιλαμβάνονταν και τα φημισμένα ζαχαροπλαστεία Zonars και Floca, το «Μπραζίλιαν», που καθιέρωσε το πρώτο…take away καφέ κ.α. Στα πρώτα σχέδια μάλιστα προβλεπόταν και η δημιουργία πολυτελούς ξενοδοχείου προς την πλευρά της Πανεπιστημίου, κάτι ωστόσο που εγκαταλείφθηκε καθώς σε απόσταση…αναπνοής κυριαρχούσε το πολυτελέστερο των Αθηνών ξενοδοχείο της Μεγάλης Βρετανίας. Ακόμη προβλεπόταν ότι ένα τμήμα του κτηρίου θα γινόταν κατοικίες, αλλά και αυτό άλλαξε στην πορεία, με τους χώρους να φιλοξενούν γραφεία.

Η ίδρυση του Μετοχικού Ταμείου Στρατού το 1852 από τον Σπύρο Μήλιο αποτέλεσε την αφετηρία για τη δημιουργία του Μεγάρου.
Πολυτελές και προχωρημένο
Το κτήριο ήταν αρχικά πενταώροφο ενώ αργότερα προστέθηκε και έκτος όροφος σε εσοχή. Εκτός του μεγέθους του ξεχώριζε για τις μαρμάρινες επενδύσεις και άλλα ακριβά υλικά, αλλά και για προχωρημένες υποδομές όπως οι ανελκυστήρες και το σύστημα κεντρικής θέρμανσης.
Επιβλητικό και στιβαρό, αλλά ταυτόχρονα λιτό, ενσωμάτωσε σχεδιαστικά, στοιχεία του ευρωπαϊκού κλασικισμού της δεκαετίας του 1920, αλλά και της ελληνικής κλασικιστικής παράδοσης με αρκετές δόσεις Art Deco.
Σύμφωνα με όσα αναφέρονται στο «ιστορικό» του City Link, «στις παραμονές του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου η Αθήνα έβλεπε επιτέλους να ολοκληρώνεται και να αποδίδεται προς χρήση το μεγαλύτερο κτήριό της, το Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού.
Πέρα από το αρχιτεκτονικό γεγονός, που απέδωσε στην πρωτεύουσα ένα σημαντικό κατασκευαστικό έργο, το οποίο ισορροπεί ανάμεσα στο νεοκλασικό της παρελθόν και την πρόκληση του μοντερνισμού, αξίζει να σταθεί κανείς στην κοινωνική και εμπορική πλευρά του εγχειρήματος.
Οι προθέσεις και ο ενθουσιασμός της εποχής έχουν καταγραφεί με σαφήνεια: «…εις τας πλευράς [της στοάς] θα υπάρχουν πλούσια καταστήματα, τα οποία θα προσδίδουν είς το σύνολον όψιν ευρωπαϊκού πασσάζ… εντατική εκμετάλλευση υπογείου με κουρεία, μπαρ, στιλβωτήρια, μικροκαταστήματα, λουτρά, αίθουσα οπλομαχίας και γυμναστικής, καμπαρέ… Το μεγαλύτερο κινηματοθέατρο των Βαλκανίων “θαύμα συγχρονισμού και πολυτελείας… η τελευταία λέξις της αισθητικής οικοδομής”!».
Ένα από τα χαρακτηριστικά του ήταν ότι εκτός από τις υπέργειες στοές, υπήρχε και υπόγεια, όπου στους μεγάλους χώρους της αναπτύσσονταν εμπορικά καταστήματα. Το συγκεκριμένο σκέλος ωστόσο δεν είχε ιδιαίτερη επιτυχία με αυτή τη χρήση και γρήγορα τη θέση των καταστημάτων πήραν κέντρα διασκέδασης και χώροι πολιτισμού.
Η πρωτοποριακή «Πέργκολα»
Αμέτρητες ιστορίες έχουν γράψει τα καταστήματα που φιλοξενήθηκαν στο εμβληματικό κτήριο. Την πιο ενδιαφέρουσα ίσως η περίφημη «Πέργκολα», ένα κέντρο διασκέδασης της «Εταιρείας Ξενοδοχειακών Εκμεταλλεύσεων» που ξεκίνησε να λειτουργεί το καλοκαίρι του 1935 στην ταράτσα του Μεγάρου, με την ανεμπόδιστη θέα στην πλατεία Συντάγματος και το…κέντρο του κέντρου της μικρής ακόμη Αθήνας.
Η πρωτοβουλία ανήκε σε έναν κοσμογυρισμένο και κοσμοπολίτη Τούρκο, τον Σαντήκ Βέη, ο οποίος είχε αναλάβει τη διεύθυνση της «Πέργκολας».
Για τη διαμόρφωση του χώρου που περιλάμβανε ρεστοράν, καφενείο-ζυθοπωλείο και κατάστημα βαριετέ, χρειάστηκε μια υψηλότατη, για την εποχή, επένδυση ύψους 2 εκατ. δραχμών ενώ το concept του ήταν εξαιρετικά πρωτοποριακό. Και τούτο καθώς λάνσαρε από τότε το…all day, με λειτουργία σχεδόν όλο το 24ωρο, προσφέροντας από πρωινό μέχρι γεύμα και χορό το απόγευμα, αλλά και…πολύ ποτό το βράδυ όταν λάμβαναν χώρα διάφορες καλλιτεχνικές ατραξιόν.
Μία ακόμη καινοτομία του ήταν ότι το προσωπικό αποτελούνταν κυρίως από νεαρές γυναίκες. Τα όμορφα κορίτσια στελέχωναν από την ορχήστρα μέχρι την κουζίνα και το σέρβις, προκαλώντας τον…εύλογο ενθουσιασμό του ανδρικού κοινού. Στο φόντο της «Πέργκολας» υπήρχαν τηλεφωνικοί θάλαμοι και περίπτερα με λουλούδια, τσιγάρα και όλα τα απαραίτητα.

Η έκταση ξεκίνησε ως βασιλικοί στάβλοι για να μετατραπεί αργότερα στο μεγαλύτερο ενιαίο κτήριο της Ελλάδας και των Βαλκανίων.
Όλα αυτά ήταν…σχεδόν επαναστατικά για μια Αθήνα που έσφυζε από τους παραδοσιακούς καφενές…
Σύμφωνα με μαρτυρίες της εποχής, στα εγκαίνια έγινε ένας…χαμός με 5.000 έως 6.000 άτομα να προσπαθούν να φτάσουν στην ταράτσα. Η πρωτοφανής κατάσταση και το αδιαχώρητο υποχρέωσε τη διεύθυνση να απολογηθεί, προδιαγράφοντας ταυτόχρονα την επιτυχημένη, αλλά σύντομη διαδρομή της «Πέργκολας», που έμεινε αξέχαστη σε όσους την έζησαν.
Από τον πόλεμο στο…παραλίγο γκρέμισμα
Όταν τα βαριά σύννεφα του Πολέμου και της Κατοχής σκέπασαν τον αττικό ουρανό και ολόκληρη τη χώρα, το ψυχαγωγικό κέντρο έκλεισε. Το Μέγαρο που μέχρι τότε λάμπρυνε την πρωτεύουσα, επιτάχθηκε από τους κατακτητές που μάλιστα είχαν οχυρώσει την πρόσοψη επί της Πανεπιστημίου.

Το ιστορικό οικόπεδο-φιλέτο φιλοξενούσε κάποτε κοτέτσια και στάβλους, πριν αποτελέσει το «πετράδι του Στέμματος» για το Μετοχικό Ταμείο Στρατού.
Κατά τον Εμφύλιο και τα Δεκεμβριανά, λόγω της στρατηγικής θέσης του αποτέλεσε σημείο κομβικό για την εξέλιξη των μαχών γύρω από την πλατεία Συντάγματος και το κέντρο της πόλης. Στο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, που ήταν εγκατεστημένες οι βρετανικές δυνάμεις υπό τον αντιστράτηγο Σκόμπυ, διεξήχθησαν μάλιστα και οι συνομιλίες μεταξύ των αντιμαχόμενων πλευρών που κατέληξαν στη Συμφωνία της Βάρκιζας.
Μετά το τέλος της οδυνηρής περιπέτειας για τη χώρα, τόσο το Μέγαρο όσο και γενικότερα η Αθήνα άρχισαν να αποτινάσσουν τις στάχτες και να βρίσκουν σιγά σιγά ξανά τη λάμψη τους. Τη δεκαετία του ’60 τα καλλιτεχνικά και πολιτικά στέκια και τα θέατρα υπό τη σκέπη του εμβληματικού ακινήτου έσφυζαν από ζωή. Το Παλλάς, το μεγαλύτερο και πολυτελέστερο θέατρο-κινηματογράφος της πρωτεύουσας, αλλά και μια σειρά από θέατρα, στο υπόγειο ή το φουαγιέ, όπως της Έλσας Βεργή (μετέπειτα θέατρο «Βασίλης Αυλωνίτης»), το «Όρβο» ή το Πειραματικό της Μαριέττας Ριάλδη τον 6ο όροφο και βέβαια αργότερα το θέατρο «Αλίκη» της Αλίκης Βουγιουκλάκη, κατέστησαν το Μέγαρο σημείο αναφοράς για την πολιτιστική ζωή της πρωτεύουσας.
Την ίδια περίοδο, στα διάσημα καφέ του, όπως του Ζόναρς και του Φλόκα, σύχναζαν καθημερινά τα πιο γνωστά πρόσωπα της πολιτικής, της τέχνης και της διανόησης, στους χώρους του φιλοξενούνταν κάποια από τα διασημότερα καταστήματα, ενώ στα υπόγεια έδιναν το «παρών» διάφορα νυχτερινά κέντρα που άφησαν εποχή.
Η φάση της παρακμής για το κτήριο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού άρχισε τη δεκαετία του ’70, με τη σταδιακή αλλαγή των προτιμήσεων του κόσμου και της αγοράς που αλλοίωσαν τον άμεσο περίγυρο, εκτοπίζοντας ή και σβήνοντας από τα «χάρτη» παραδοσιακά καταστήματα, αλλά και με την υποβάθμιση του θεάτρου και του κινηματογράφου λόγω…εισβολής της τηλεόρασης.

Χιλιάδες περαστικοί και επισκέπτες σταματούν καθημερινά για να θαυμάσουν το αρχιτεκτονικό μεγαλείο του κτηρίου και τις σύγχρονες, ελκυστικές βιτρίνες του.
Εκείνη την σκοτεινή περίοδο της δικτατορίας, τέθηκε επί τάπητος η τύχη του μεγαλοπρεπούς ακινήτου, που λίγο έλειψε να κατεδαφιστεί καθώς το ΜΤΣ θεωρούσε ασύμφορη την ανακαίνισή του. Ειδικότερα, το γεγονός ότι κουβαλούσε πλέον το βάρος και τις φθορές του χρόνου, ενώ το Ταμείο αναζητούσε υψηλότερες οικονομικές αποδόσεις, ήταν το εύφορο έδαφος για σενάρια που έφταναν μέχρι την ολοσχερή κατεδάφισή του και την ανέγερση νέου κτηρίου. Μάλιστα το 1973 προκηρύχθηκε και διαγωνισμός για μελέτη με στόχο την ανέγερση νέου συγκροτήματος ξενοδοχείου και γραφείων…
Ευτυχώς επικράτησαν πιο σοβαρές και ψύχραιμες απόψεις κι έτσι αυτό το μοναδικό «κόσμημα» του κέντρου της Αθήνας, τη…γλίτωσε. Κάτι που «επικυρώθηκε» αρκετά χρόνια αργότερα, και συγκεκριμένα το 1989, όταν αναγνωρίστηκε από την Πολιτεία ως διατηρητέο μνημείο του νεότερου πολιτισμού της χώρας που χρήζει ιδιαίτερης προστασίας. Ακολούθησαν και άλλες τέτοιες αποφάσεις για τις επιμέρους χρήσεις του.
Η νέα εποχή
Τα νεότερα χρόνια, έχοντας φτάσει σε οριακό σημείο, ήταν δεδομένη η ανάγκη ριζικής ανακαίνισης και γενικότερης αναβάθμισης τόσο εσωτερικά, όσο και στον περιβάλλοντα χώρο.
Κάπως έτσι, στα τέλη του 1999 το Μετοχικό Ταμείο Στρατού προκήρυξε διαγωνισμό για την ανακατασκευή του ακινήτου και με παραχώρηση της εκμετάλλευσης του για 25 έτη (με δυνατότητα μονομερούς παράτασης για 25 ακόμη έτη). Συμμετείχαν πέντε υποψήφια σχήματα και ανάδοχος αναδείχθηκε η «Picar», κοινοπραξία με τη συμμετοχή της Τράπεζας Πειραιώς, του κατασκευαστικού ομίλου ΓΕΚ-ΤΕΡΝΑ και του επιχειρηματία Αντώνη Καρούζου.
Άνθρωπος με σπάνιο επιχειρηματικό αισθητήριο ο ιδρυτής και επικεφαλής της αλυσίδας ενδυμάτων Carouzos, ο Αν. Καρούζος πιστώνεται την αρχική ιδέα της συγκρότησης της κοινοπραξίας που, με βασικό κορμό την Τράπεζα Πειραιώς θα είχε στόχο τη δημιουργία πολυκαταστήματος 20.000 τ.μ. στο Μέγαρο του Μετοχικού Ταμείου Στρατού, δηλαδή του μετέπειτα Attica Stores. Μάλιστα, εκείνη την εποχή, αν και υπήρξε προοπτική συμφωνίας με την περίφημη Galleries Lafayette που θα έφερνε και «άρωμα» Παρισιού, η Carouzos αποχώρησε από το εγχείρημα, προτάσσοντας την ανάγκη εσωτερικής αναδιοργάνωσης, καθώς ήδη είχαν αρχίσει να διαφαίνονται τα πρώτα προβλήματα τα οποία στη συνέχεια την παρέσυραν στην κατάρρευση.

Η γνωστή στοά που ενώνει τις οδούς Αμερικής και Βουκουρεστίου φέρει τιμητικά το όνομα του τότε Υπουργού Στρατιωτικών, Σπύρου Μήλιου. Το νομοσχέδιο του 1853 στόχευε στην ουσιαστική στήριξη και περίθαλψη των οικογενειών των αγωνιστών που πολέμησαν για την ελευθερία της πατρίδας.
Όπως τονίζεται σχετικά «ως πρώτη προτεραιότητα τέθηκε ο τεχνολογικός εκσυγχρονισμός, που μετέτρεψε το παλιό “Μετοχικό” στο Citylink, το σημερινό μέγαρο πολλαπλών χρήσεων, εξοπλισμένο πλήρως με κάθε λογής ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων: ο όγκος τους, απαραίτητος για τον εμπλουτισμό του έργου με σύγχρονες τεχνολογικές υποδομές, δίνει το μέτρο της ραγδαίας αλλαγής των απαιτήσεων, αλλά και της τεράστιας δυσκολίας του έργου των ειδικών. Ακόμη δυσκολότερο ήταν το έργο των πολιτικών μηχανικών. Αυτοί έπρεπε να ενισχύσουν τον τεράστιο σκελετό οπλισμένου σκυροδέματος ηλικίας ογδόντα ετών και να τον καταστήσουν ασφαλή, σύμφωνα με τις σημερινές προδιαγραφές. Ταυτόχρονα, έπρεπε να σεβαστούν όχι μόνο την “επιδερμίδα” του κτιριακού συνόλου, αλλά και την εσωτερική του γεωμετρία».
Το απαιτητικό έργο ολοκληρώθηκε την περίοδο 2002-03. Το 2005 στο μεγαλύτερο μέρος του Μεγάρου εγκαταστάθηκε το πολυκατάστημα Attica, ενώ έκτοτε πλήθος από λαμπερά brands απέκτησαν τη δική τους θέση, όπως οι boutique Hermès, Ferragamo, Brooks Brothers, Cartier, Kalogirou, Philipp Plein, Hogan, Michael Kors, τα καφέ-εστιατόρια Athénée, Clemente, Pasaji, αλλά και το Holmes Place Athens Wellness Club. Παράλληλα, λειτουργούν οι θεατρικές σκηνές των Παλλάς, Μικρό Παλλάς και Αλίκη.
Η Στοά Σπυρομήλιου, μετά την αναγέννησή της με την τοποθέτηση του κρυστάλλινου στεγάστρου, τον ιδιαίτερο φωτισμό και τις σύγχρονες εμπορικές χρήσεις, προσθέτει τη δική της ξεχωριστή πινελιά ως ατμοσφαιρικό σημείο συνάντησης στην καρδιά της πόλης
Παράλληλα, η πεζοδρόμηση της Βουκουρεστίου, σε συνδυασμό με την «επόμενη ημέρα» των ιστορικών στεκιών και τα άλλα λαμπερά καταστήματα, ήρθε να αναδείξει και να επικυρώσει την καταλυτική παρουσία του City Link ως εμπορικό, ψυχαγωγικό και πολιτιστικό επίκεντρο που χαρίζει στην Αθήνα ένα ευρωπαϊκό χρώμα. Με αυτό το μοναδικό Μέγαρο να ανακτά την παλαιά του αίγλη…


