Του Ιωάννη Κ. Καλαβρουζιώτη
Καθηγητή-τ. Προέδρου Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου
Στη χώρα μας όλο και περισσότερο παρουσιάζεται το φαινόμενο οι εργαζόμενοι να δέχονται επαγγελματικά μηνύματα μέσω e-mails, στη διάρκεια αργιών, διακοπών, αλλά και μετα το πέρας του ωραρίου εργασίας τους.
Είναι ένα γεγονός που τα τελευταία χρόνια έχει λάβει διαστάσεις και που συνδικαλιστικά δεν έχει πλήρως επισημανθεί. Από την άλλη πλευρά, ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Γαλλία, η Πορτογαλία και το Βέλγιο, έχουν ήδη προχωρήσει στη θέσπιση αυστηρών νόμων, που στην πραγματικότητα κατοχυρώνουν εργασιακά το δικαίωμα της αποσύνδεσης, για τους υπαλλήλους του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα.
Πρώτα η Γαλλία, από τον Γενάρη του 2017, προχώρησε στην κατάρτιση Νόμου, που δίδει το δικαίωμα της αποσύνδεσης για εργασία εκτός ωραρίου, γεγονός που πρακτικά σημαίνει ότι σέβεται όχι μόνο το δικαίωμα του εργαζόμενου στην εργασία, αλλά αντίστοιχα και στην υγεία του και την προσωπική του ζωή.
Μην ξεχνάμε, άλλωστε, ότι η ευρωπαϊκή Οδηγία για το χρόνο εργασίας επιβάλλει 11 ελάχιστες ώρες συνεχούς ανάπαυσης το 24ωρο, τις οποίες η αποστολή μηνυμάτων μέσω e-mail διακόπτει και μηδενίζει.
Σε άλλες χώρες, όπως στη Γερμανία, για παράδειγμα, έχω παρατηρήσει το φαινόμενο οι ίδιοι οι εργαζόμενοι να κάνουν εν πολλοίς shut down τα Σαββατοκύριακα και τις αργίες, μη δεχόμενοι να απαντούν σε οποιοδήποτε μήνυμα λαμβάνουν.
Στη χώρα μας, αν και ο Νόμος 4808/2021 κατοχυρώνει το δικαίωμα της αποσύνδεσης, εντούτοις διαδικτυακά μηνύματα διακινούνται εκτός ωραρίου και αργιών, πολλές φορές, μάλιστα, και με μαζικές αποστολές. Ο αντίλογος των αποστολέων είναι ότι δύναται ο λαμβάνων το μήνυμα να μην το ανοίξει καν, αν επιθυμεί. Και όμως, μια τέτοια άποψη προσβάλλει τον εργαζόμενο, μιας και γνωρίζουμε πολύ καλά ότι το μεγαλύτερο ποσοστό των μηνυμάτων προοιωνίζονται επιπλέον ώρες εργασίας και σε κάθε περίπτωση λειτουργούν αρνητικά στη διάθεση των ίδιων των εργαζόμενων.
Η χρήση των e-mails εκτός υπηρεσιακού ωραρίου θα πρέπει αποκλειστικά να γίνεται για εξαιρετικά επείγοντες λόγους, κυρίως αυτούς που έχουν σχέση με την ασφάλεια των εγκαταστάσεων και οτιδήποτε σχετικό με την προστασία της ανθρώπινης ζωής, ενδεχόμενα, όμως, και με ανακοινώσεις για διευκόλυνση εργαζομένων.
Το να εξακολουθούν ακόμα και σήμερα φορείς του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα να μην εφαρμόζουν την αποσύνδεση και να την εναποθέτουν στη διακριτική ευχέρεια του εργαζόμενου αποτελεί στην πραγματικότητα μια πρακτική αντίθετη με το πνεύμα του νομοθέτη, που σκοπός του ήταν να προστατεύσει τα επαγγελματικά δικαιώματα του εργαζόμενου.
Ασφαλώς και κάποιος ειδικός επί της νομικής επιστήμης θα μπορούσε να δώσει ισχυρότατα επιχειρήματα, αλλά και ενδεχόμενες διεκδικήσεις των εργαζομένων, σε μη συμμόρφωση των εργοδοτών επί του προκειμένου. Προσωπικά -και με την εμπειρία της δημόσιας διοίκησης- περιορίζομαι ν’ αναφερθώ σε κάποια συγκεκριμένα επακόλουθα της μη εφαρμογής της αποσύνδεσης, όπως:
-Αύξηση της εκτός ωραρίου εργασίας
-Θέματα σχετιζόμενα με την υγεία των εργαζομένων και κυρίως την ψυχική τους διάθεση
-Περιορισμός της ιδιωτικής ζωής των εργαζομένων
Σε μια εποχή που όλο και περισσότερο συζητιέται η εφαρμογή τηλεργασίας, όχι μόνον στον ιδιωτικό τομέα, που ήδη υπάρχει, αλλά και στον δημόσιο και ευρύτερο δημόσιο τομέα, είναι σαφές ότι θα πρέπει οι εργοδότες να προχωρήσουν σε συγκεκριμένες οδηγίες για την αποσύνδεση και να αναγράφονται οι ισχύοντες κανόνες στις συμβάσεις των εργαζόμενων.
Η αποσύνδεση δεν μπορεί και δεν δύναται να είναι μια εφαρμογή του ίδιου του εργαζόμενου, προκειμένου να προστατευθεί από όσα αρνητικά επιφέρει η αλόγιστη και εκτός ωραρίου χρήση των ηλεκτρονικών επαγγελματικών μηνυμάτων, αλλά μια επείγουσα υποχρέωση εκ του νόμου των ίδιων των φορέων να την εφαρμόζουν στην πράξη.
Τέλος, θα πρέπει και οι συνδικαλιστικές ηγεσίες ν’ αναδείξουν το ζήτημα, για το λόγο ότι δεν αρκεί μόνον η διεκδίκηση υψηλότερων υπερωριακών αποδοχών για τους εργαζόμενους, αλλά στις μέρες μας η εξασφάλιση καλύτερων συνθηκών εργασίας, μέσα και έξω από τους χώρους δουλειάς.



