Ενα εκρηκτικό φθινόπωρο ξεκινά για την ελληνική οικονομία. Μέσα σε λιγότερο από δύο μήνες η χώρα θα περάσει από τριπλό τεστ αντοχής: τις ανακοινώσεις του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ, το αυστηρό μικροσκόπιο της Κομισιόν για τον δημοσιονομικό χώρο και τις αξιολογήσεις των διεθνών οίκων που θα κρίνουν αν η Ελλάδα μπορεί να ανέβει πιο ψηλά στην επενδυτική βαθμίδα ή θα μείνει στάσιμη. Ο Σεπτέμβριος και ο Οκτώβριος θα δείξουν αν τα μέτρα που υπόσχεται η κυβέρνηση για φορολογικές ελαφρύνσεις και κοινωνική στήριξη έχουν πραγματικό αντίκρισμα ή αν θα χαθούν μέσα στους περιορισμούς των νέων κανόνων της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Η πρώτη κίνηση έρχεται από τον καναδικό οίκο DBRS στις 5 Σεπτεμβρίου. Πρόκειται για τον οργανισμό που τον Μάρτιο προχώρησε στην πρώτη αναβάθμιση εντός της επενδυτικής βαθμίδας, στο επίπεδο ΒΒΒ, δίνοντας μάλιστα το σήμα ότι οι προοπτικές της οικονομίας από «θετικές» γίνονται «σταθερές». Το γεγονός αυτό ερμηνεύτηκε τότε ως ένα είδος φρένου, αφού οι αναλυτές του οίκου προτίμησαν να στείλουν μήνυμα σταθερότητας και όχι συνέχισης του κύματος αναβαθμίσεων. Γι’ αυτό και θεωρείται απίθανο να υπάρξει τώρα νέα αναβάθμιση. Αντίθετα, όλοι περιμένουν τα σχόλια του καναδικού οίκου για τις συνέπειες που μπορεί να έχει η διεθνής αναταραχή -ιδίως οι δασμοί Τραμπ- στις εμπορικές ροές, αλλά και το πώς κρίνει τις νέες εξαγγελίες της ΔΕΘ.
Λίγες ημέρες αργότερα, στις 12 Σεπτεμβρίου, τη σκυτάλη παίρνει η Moody’s. Ο αμερικανικός κολοσσός, που ανέβασε με καθυστέρηση σχεδόν ενάμιση χρόνο την Ελλάδα στην ελάχιστη επενδυτική βαθμίδα (Baa3) τον περασμένο Μάρτιο, παραμένει πιο φειδωλός σε σχέση με τους υπόλοιπους, καθώς εξακολουθεί να κατατάσσει τη χώρα μαζί με τη Fitch μία βαθμίδα χαμηλότερα από S&P και DBRS. Γι’ αυτό και η αγορά περιμένει να δει αν θα ανοίξει έστω ένα «παράθυρο» για το πότε μπορεί να υπάρξει η πρώτη πλήρης αναβάθμιση. Στην πραγματικότητα, αυτό που θα μετρήσει δεν είναι το αν θα αλλάξει βαθμίδα, αλλά το σήμα που θα δώσει για την πορεία των ελληνικών ομολόγων και το κόστος δανεισμού σε μια περίοδο που η ΕΚΤ προσπαθεί να ισορροπήσει τις πιέσεις.
Η αλυσίδα των αξιολογήσεων δεν σταματά εκεί. Στις 18 Οκτωβρίου έρχεται η σειρά της Standard & Poor’s, ενώ στις 19 Νοεμβρίου η Fitch θα δώσει τη δική της ετυμηγορία. Η Fitch είχε αποφύγει την πλήρη αναβάθμιση τον Μάιο, περιοριζόμενη στο να μετατρέψει τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας από «σταθερές» σε «θετικές». Αυτή τη φορά, όλοι περιμένουν να δουν αν θα κάνει το βήμα παραπάνω.
Η Κομισιόν
Μέχρι τότε, όμως, η κυβέρνηση έχει να περάσει από την κρισιμότερη αξιολόγηση: αυτήν της Ευρωπαϊκής Επιτροπής. Οι Βρυξέλλες πρέπει να πειστούν ότι υπάρχει δημοσιονομικός χώρος ώστε οι εξαγγελίες της ΔΕΘ να μη μείνουν στα χαρτιά. Και εκεί ξεκινά το πραγματικό μπρα ντε φερ. Ο λογαριασμός είναι αυστηρός: η ρήτρα διαφυγής για τις αμυντικές δαπάνες περιορίζει τον χώρο στο 1,5 δισ. ευρώ για το 2026. Οτιδήποτε παραπάνω, όπως υπερπλεονάσματα ή έκτακτες εισπράξεις, θα κατευθύνεται στην εξυπηρέτηση του χρέους. Για να αλλάξει το σενάριο θα πρέπει είτε να συγκρατηθούν περισσότερο οι δαπάνες, είτε να βρεθούν έσοδα μόνιμου χαρακτήρα. Μέχρι στιγμής κάτι τέτοιο δεν φαίνεται στον ορίζοντα.
Παράλληλα, οι Ευρωπαίοι ξεκαθαρίζουν ότι οι αποφάσεις δεν μπορούν να βασιστούν στην υπεραπόδοση του 2025 συνολικά γιατί αυτή θα πιστοποιηθεί επισήμως τον Απρίλιο του 2026. Συζητούν μόνο το τμήμα της υπεραπόδοσης που αποδίδεται στην πάταξη της φοροδιαφυγής, καθώς τα στοιχεία της ΑΑΔΕ δείχνουν ήδη υπέρβαση πάνω από 2 δισ. ευρώ πολύ νωρίς μέσα στο έτος. Με αυτό το δεδομένο, θεωρείται σίγουρο ότι και το 2025 θα υπάρξει επιπλέον δημοσιονομικό μαξιλάρι, το οποίο μπορεί να κατευθυνθεί σε μέτρα ελάφρυνσης.
Πέρα από τις βραχυπρόθεσμες κινήσεις, η Αθήνα καταθέτει και το αναθεωρημένο μεσοπρόθεσμο πρόγραμμα 2026-2029. Εκεί προβάλλει τη δέσμευση για ανάπτυξη πάνω από 2% στην τετραετία, αρνούμενη να αποδεχθεί τις προβλέψεις διεθνών οργανισμών που μιλούν για επιβράδυνση στο 1,3%-1,5%. Το επιχείρημα είναι ότι η θετική επίδραση των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης θα συνεχιστεί, ενισχυόμενη από νέα περιβαλλοντικά ταμεία ύψους 8 δισ., από τη μόνιμη αύξηση του εθνικού ΠΔΕ κατά 500 εκατ., αλλά και από τις «ουρές» των ιδιωτικών επενδύσεων που έχουν ξεκινήσει με τα δάνεια του ΤΑΑ. Σε αυτή την αφήγηση προστίθενται και οι μεταρρυθμίσεις που χρηματοδοτούνται σήμερα, με την κυβέρνηση να υποστηρίζει ότι η ανάπτυξη θα συνεχίσει να υπερβαίνει τον μέσο όρο της Ευρωζώνης.
Η άλλη μεγάλη παράμετρος είναι το χρέος. Η δέσμευση για ταχεία αποκλιμάκωση επαναλαμβάνεται, με στόχο ως το 2028 η Ελλάδα να πάψει να είναι η πιο χρεωμένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Ο «τίτλος» αυτός αναμένεται να περάσει στην Ιταλία, καθώς η Ρώμη δυσκολεύεται να τιθασεύσει τα δικά της ελλείμματα. Ωστόσο, το ελληνικό χρέος θα μειώνεται με αργούς ρυθμούς σε απόλυτα μεγέθη, κάτι που περιορίζει την ευελιξία της δημοσιονομικής πολιτικής.
Μέσα σε όλα αυτά, υπάρχει και το μέτωπο των αμυντικών δαπανών. Το αναθεωρημένο Μεσοπρόθεσμο θα ξεκαθαρίσει την πορεία τους έως το 2029, καθώς τα 25 δισ. ευρώ του εξοπλιστικού προγράμματος μέχρι το 2032 δημιουργούν πίεση. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή έχει ήδη δώσει ρήτρα διαφυγής, αλλά ξεκαθαρίζει ότι η αύξηση μπορεί να είναι μεγαλύτερη αν συνεχιστούν οι παραγγελίες οπλικών συστημάτων.