Του Κωνσταντίνου Φλαμή
“Πάμε κάτω ρε να κάνουμε πλανάρες. Εχει πέσει πολύ η στάθμη. Δεν θα ‘χει νερό η Αθήνα”. Κουβάλαγε την κάμερα και κατεβαίναμε στη λίμνη του Μόρνου. Φθάσαμε στις όχθες. Βγήκε το ρεπορτάζ. Οπως πάντα. Με τις εικόνες του Γιώργου, τα σταντ απ, τα ηχητικά. Ανεβήκαμε πάλι κοιτάζοντας το βυθισμένο χωριό που είχε αναδυθεί μια και η στάθμη της λίμνης ήταν 40 μέτρα κάτω. Στο χωριό κάναμε κάποιες συνεντεύξεις. Είχαμε δύο αυτοκίνητα, έφυγε ο καθένας με το δικό του. Στη μέση της διαδρομής προς Λιδωρίκι, μου ανάβει αλάρμ. Σταματάει. Μου λέει δεν είμαι καλα. Τον χάνω. Πέφτει κάτω το κεφάλι. Στη μέση του πουθενά ήμασταν. Του ρίχνω νερό και κάποια χαστούκια. Συνέρχεται. Τηλεφωνώ σε γιατρό. Να δώσω ασπιρίνη; Και αν ήταν εγκεφαλικό; Δεν επιτρέπεται. “Σφαίρα” μου λέει στο Κέντρο Υγείας. Δεκαπέντε λεπτά απείχε το Κέντρο Υγείας. Βρήκαμε στον δρόμο και έναν αντιδήμαρχο. Μας διευκόλυνε μην χάσουμε τον δρόμο. Γρήγορα. Ο Γιώργος είχε αποφασίσει να οδηγήσει. Είχε πράγματα στο αμάξι και μου έλεγε “είμαι καλά τώρα”. Τον έβλεπα. Απέφευγε τους γκρεμούς, πήγαινε στο άλλο ρεύμα κυκλοφορίας. Φθάνουμε στο Κέντρο Υγείας. Με το που πάρκαρε… κατέρρευσε! Τον σηκώνω μαζί με τον αντιδήμαρχο. Τον μεταφέραμε μέσα. Μισή ώρα ΚΑΡΠΑ. Τίποτα. Τέλος. Ο Γιώργος Παυλάκης “έφυγε” στην δουλειά. Εφυγε στο μεροκάματο. Εφυγε σε αυτό που αγαπούσε. Από πιτσιρίκι στο TDE μέχρι τα 54 του στον Antenna. Σαν σήμερα. 17 Σεπτεμβρίου 2025. Μεσημέρι. Ηρθε η Αγγελική στο Λιδωρίκι. Και ο Λευτέρης από το Mega. Ακουσα ένα “μωρό μου” από την Αγγελική και είδα τον Λευτέρη να κλαίει. Εσπαγαν τα τηλέφωνα. Από τον Antenna, από συναδέλφους, από φίλους. Με ρώταγαν όλοι πώς είμαι και πώς το βίωσα. “Δεν είμαι εγώ το θέμα” τους έλεγα. Γιώργη, σε πενθώ κάθε μέρα ρε μπαγάσα. Γιατι στο ορκίζομαι ξεκινάω για ρεπορτάζ και το πρόσωπό σου μου έρχεται αυτόματα στη σκέψη. Δεν ξέρω πάλι αν αυτό λέγεται πένθος. Ισως λέγεται ζωή σε διαφορετικό πλάνο. Ξέρεις ότι δεν πιστεύω στην μετά θάνατον ζωή. Πάντα διαφωνούσαμε σε αυτό. Αλλά οκ. Μπορεί να χες δίκιο και να σαι κάπου αλλού. Αλλά να ξέρεις ότι και σε αυτόν τον πλανήτη είσαι. Επειδή σε αγαπούν πολλοί και πολύ. Αρα ρε μπαγάσα κάπου εδώ γυρνάς όλη μέρα. Ανοιγω το κινητό μου, σε βλέπω μπροστά μου. Πατάω κάτι στο google για αναζήτηση αρχείου, μου βγαίνουν εικόνες σου. Χθες έβλεπα ένα στόρι του αδελφού σου του Σπύρου. Πάλι εσένα είχε με τις τελευταίες σας κλήσεις. Θέλω να σου πω και κάτι τελευταίο. Πριν μερικές εβδομάδες μου είπε ο Antenna να πάω στον Μόρνο να δω την στάθμη. Αυτό δεν μπόρεσα να το κάνω Γιώργη. Αρνήθηκα. Γιατί ρε φίλε σε εκείνο το χωριό μου ‘φυγες. Μου ΄φυγε ο άνθρωπός μου. Αυτός που ήταν το στήριγμά μου στην δουλειά. Και αρνούμαι να πάω. Κλείνω αισιόδοξα. Η Αγγελική και τα παιδιά σε λατρεύουν. Η μάνα είναι μάνα. Καταλαβαίνεις. Η Μαρία η κόρη σου σπουδάζει αυτό που θέλει. Ο Θάνος έγινε άνδρας. Μεγάλωσε μέσα σε ένα χρόνο πιο γρήγορα από όσο οι συμμαθητές του. Λογικό. Είναι ο άνδρας του σπιτιού. Η δημοσιογραφική μας ομάδα στο telegram εξακολουθεί να υπάρχει. Ο Παυλάκης δεν έφυγε ποτέ. Δεν διεγράφη. Είναι εκεί. Καμιά φορά λεω… “και που να γράψει ότι αύριο θα βρέχει πολύ και μπορεί να ‘χουμε πλημμύρες”.
ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ


