Στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού Κόλπου, με έμφαση στη ζώνη στα ανοικτά του Ψαθόπυργου έως και τα Τριζόνια, εδώ και περίπου 30 χρόνια, καταβάλλεται συντονισμένη προσπάθεια για την καλύτερη κατανόηση των γεωφυσικών διεργασιών (σεισμοί, κατολισθήσεις, τσουνάμι) που λαμβάνουν χώρα ιστορικά.
Επιστημονικές μελέτες που διεξήχθησαν με βάση δορυφόρους παρατήρησης αποκάλυψαν μάλιστα ρυθμούς διαστολής -με διεύθυνση από βορρά προς νότο- στον Κορινθιακό κόλπο που φτάνουν το 1,5 cm ετησίως κατά τα τελευταία 20 χρόνια, ένα φαινόμενο μοναδικό πέρα από τα συνήθη όρια των τεκτονικών πλακών.
Εδώ και χρόνια έχει δημιουργηθεί ένα δίκτυο ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και ερευνητών, το “Εργαστήριο της Τάφρου του Κορινθιακού” και έχει εγκατασταθεί ένας μεγάλος αριθμός οργάνων (40 σεισμογράφοι, 100 επιταχυνσιόμετρα, 30 δορυφορικοί γεωδαιτικοί δέκτες GNSS, παλιρροιογράφοι, κλισιόμετρα κ.λπ.). Ταυτόχρονα δεδομένα που λαμβάνονται από δορυφόρους παρατήρησης της Γης και από παρατηρήσεις εδάφους χρησιμοποιούνται σε ερευνητικά προγράμματα και μελέτες από διάφορες ερευνητικές ομάδες, που καλύπτουν ένα ευρύ επιστημονικό πεδίο, με σκοπό την σε βάθος κατανόηση των γεωφυσικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα. Ο Κορινθιακός περιλαμβάνεται και ως “Παρατηρητήριο Εγγύς Πεδίου Σεισμικών Ρηγμάτων” (NFO) στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Συστημάτων Παρατήρησης Πλακών (EPOS) ενώ, από το 2016, κάθε χρόνο τον Σεπτέμβριο, το Σχολείο του Εργαστηρίου της Τάφρου του Κορινθιακού Κόλπου (Corinth Rift Laboratory – CRL School) πραγματοποιείται στην περιοχή.
Η συνδρομή της ΑΙ
Μία από τις βασικές καινοτομίες στην παρακολούθηση των γεωλογικών δεδομένων αφορά στην υλοποίηση του προγράμματος “TRANSFORM²” με τη χρήση καινοτόμων αισθητήρων, που καταγράφουν την περιστροφική κίνηση του εδάφους και συστήματα που χρησιμοποιούν οπτικές ίνες για την ανίχνευση ελάχιστων παραμορφώσεων. Ένας βασικός στόχος του “TRANSFORM²” είναι η εφαρμογή της μηχανικής και της Τεχνητής Νοημοσύνης (AI) στα σεισμολογικά δεδομένα. Το έργο αντιμετωπίζει επίσης την ανάγκη για ισχυρά και αξιόπιστα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης σεισμών (EEWS). Αξιοποιώντας το σύντομο χρονικό διάστημα μεταξύ της άφιξης των αρχικών σεισμικών κυμάτων και της έναρξης των ισχυρών δονήσεων, το “TRANSFORM²” θα βελτιώσει τους αλγόριθμους προειδοποίησης και θα ενσωματώσει νέες ροές δεδομένων αισθητήρων, συμπεριλαμβανομένων των γεωγραφικών γεωδαιτικών χαρτών GNSS και μετρητών παραμόρφωσης εδάφους.

Εκτεταμένο δίκτυο ροής δεδομένων
Ένας μόνιμος δορυφορικός – γεωδαιτικός δέκτης GNSS, από τους πολλούς που εγκαθίστανται στην περιοχή τα τελευταία χρόνια, απαιτεί ελάχιστες προδιαγραφές, μια παθητική κεραία λήψης δορυφορικών σημάτων που δεν εκπέμπει καθόλου ραδιοκύματα και έχει πολύ χαμηλή κατανάλωση ισχύος, συγκρίσιμη με αυτή ενός κινητού και καταλαμβάνει ελάχιστο χώρο. Το όργανο αυτό μετράει παραμόρφωση-μετατόπιση εδάφους και υπερκείμενων κατασκευών με στόχο και την συμπληρωματική σεισμική παρακολούθηση. Στον σχετικό χάρτη των υφιστάμενων μόνιμων γεωδαιτικών σταθμών έχουμε ήδη δύο στην περιοχή του Ρίου, τέσσερις στον Αίγιο, δύο στο Μεσολόγγι, δύο στη Ναύπακτο, ενώ νέες προτεινόμενες θέσεις είναι σε Αργυρά, Δρέπανο και Ψαθόπυργο (Δ.Ε. Ρίου Πατρέων), σε Καμάρες (Δ.Ε. Ερινεού Αιγιαλείας), στο Αίγιο και στο Γαλαξίδι Φωκίδας. Παράλληλα στην ίδια περιοχή Δυτικού Κορινθιακού και Ανατολικού Πατραϊκού κόλπου έχουμε τοποθετημένους 30 περίπου σεισμογράφους.
= 
ΑΝΑΦΕΡΕΙ Ο ΚΑΘΗΓΗΤΗΣ ΓΕΩΛΟΓΙΑΣ, ΠΑΝ. ΗΛΙΑΣ
Κατανόηση των γεωφυσικών διεργασιών στην περιοχή
«Σχεδόν 100 σημεία δορυφορικής παρακολούθησης GNSS επανεξετάζονται με την πάροδο του χρόνου, προκειμένου να πυκνωθούν οι μετρήσεις για αλλαγές στο σχήμα της επιφανείας του εδάφους. Ταυτόχρονα, τα δεδομένα που λαμβάνονται από δορυφόρους παρατήρησης της Γης και από παρατηρήσεις εδάφους χρησιμοποιούνται σε ερευνητικά από διάφορες ερευνητικές ομάδες, που καλύπτουν ένα ευρύ επιστημονικό πεδίο, με σκοπό την σε βάθος κατανόηση των γεωφυσικών διεργασιών που λαμβάνουν χώρα στην ευρύτερη περιοχή του Κορινθιακού» αναφέρει ο δρ. Παναγιώτης Ηλίας, βοηθός Καθηγητής στο Τμήμα Γεωλογίας του Πανεπιστημίου της Πάτρας και συνδεδεμένος ερευνητής στο Ινστιτούτο Αστρονομίας, Αστροφυσικής, Διαστημικών Εφαρμογών και Τηλεπισκόπησης του Εθνικού Αστεροσκοπείου Αθηνών. «Ο μηχανισμός ρήξης που παρατηρείται στην ευρύτερη περιοχή από την Πάτρα και προς τα ανατολικά στον Κορινθιακό είναι κρίσιμος για τη σταθερότητα της περιοχής, καθώς μπορεί να οδηγήσει σε υποθαλάσσιες κατολισθήσεις και πιθανά καταστροφικά τσουνάμι. Στην ξηρά, το ίδιο σύστημα ρηγμάτων προκαλεί κατολισθήσεις. Επιπλέον, η νότια ακτή του ρήγματος της Κορίνθου ανυψώνεται, ενώ το βόρειο τμήμα ως γνωστόν βυθίζεται» καταλήγει ο κ. Ηλίας.




