Η φέτα, το σημαντικότερο εξαγώγιμο αγροδιατροφικό προϊόν της Ελλάδας, βρίσκεται αντιμέτωπη με αυξανόμενες πιέσεις, τόσο στο παραγωγικό σκέλος όσο και στο μέτωπο της διεθνούς προστασίας της ονομασίας της.
Παρά την ισχυρή θέση που έχει κατακτήσει στις αγορές του εξωτερικού, η φέτα καλείται πλέον να διαχειριστεί μια σειρά από κινδύνους: τη συρρίκνωση της αιγοπροβατοτροφίας, τις επιπτώσεις από τις επιζωοτίες, τις πιέσεις στις προδιαγραφές του ΠΟΠ, αλλά και τη χρήση της ονομασίας «φέτα» από τρίτες χώρες.
Η κατοχύρωση της φέτας ως προϊόντος Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης στην Ευρωπαϊκή Ενωση, με τον Κανονισμό 1829/2002, ήταν αποτέλεσμα μιας μακράς διαδικασίας, που διήρκεσε από το 1992 έως το 2005 και συνοδεύθηκε από δικαστικές αντιπαραθέσεις με κράτη-μέλη όπως η Δανία, η Γερμανία και η Γαλλία.
Η προστασία αυτή ενισχύθηκε και με απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ενωσης το 2022, με την οποία απαγορεύθηκε στη Δανία να εξάγει σε τρίτες χώρες λευκό τυρί άλμης από αγελαδινό γάλα με την ονομασία «φέτα».
Προϊόν-ναυαρχίδα για τις ελληνικές εξαγωγές
Η φέτα παραμένει το πιο αναγνωρίσιμο ελληνικό τυρί και ένα από τα ισχυρότερα προϊόντα της εγχώριας αγροδιατροφής. Η ετήσια παραγωγή της υπολογίζεται σε περίπου 140.000 τόνους, ποσότητα που αντιστοιχεί στο 51% της συνολικής παραγωγής τυριών στην Ελλάδα.
Παράλληλα, η ζήτηση από το εξωτερικό αυξάνεται σταθερά. Σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται η ανακοίνωση, οι εξαγωγές της φέτας καταγράφουν ετήσια άνοδο άνω του 5% την τελευταία δεκαετία, ενώ το προϊόν αντιστοιχεί πλέον σε περίπου 10% της αξίας των ελληνικών εξαγωγών αγροδιατροφικών προϊόντων.
Ωστόσο, η ισχυρή εμπορική εικόνα δεν συνοδεύεται, όπως επισημαίνεται, από αντίστοιχη θωράκιση της παραγωγικής βάσης. Αντιθέτως, οι αλλαγές στην αιγοπροβατοτροφία και οι καθυστερήσεις σε κρίσιμες παρεμβάσεις δημιουργούν ανησυχία για τη δυνατότητα της χώρας να στηρίξει τη διεθνή δυναμική της φέτας.
Οι προδιαγραφές του ΠΟΠ
Ο χαρακτηρισμός της φέτας ως ΠΟΠ στηρίζεται σε συγκεκριμένους παράγοντες: την εκτατική βόσκηση, την ελληνική χλωρίδα, τις αυτόχθονες φυλές αιγοπροβάτων και την παραδοσιακή μέθοδο παραγωγής.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Πανελλήνιας Ομοσπονδίας Γεωτεχνικών Υπαλλήλων, οι πυλώνες αυτοί δέχονται πλέον σοβαρές πιέσεις. Ο αριθμός των αιγοπροβάτων αυτόχθονων φυλών στην Ελλάδα εκτιμάται σε μόλις 600.000 ζώα, δηλαδή περίπου στο 5% του συνολικού αριθμού αιγοπροβάτων της χώρας, βάσει στοιχείων που παρουσιάστηκαν στο ετήσιο επιστημονικό συνέδριο της Ελληνικής Ζωοτεχνικής Εταιρείας το 2025.
Την ίδια στιγμή, τα Διαχειριστικά Σχέδια Βόσκησης δεν έχουν ακόμη ολοκληρωθεί, παρότι νομοθετήθηκαν το 2015. Η καθυστέρηση αυτή, σε συνδυασμό με την ενίσχυση της εντατικής και ενσταβλισμένης προβατοτροφίας, δημιουργεί ερωτήματα για τη μακροπρόθεσμη συμβατότητα της παραγωγής με τις προδιαγραφές του ΠΟΠ.
Πρόσθετο πρόβλημα προκαλούν οι επιζωοτίες, όπως η ευλογιά και ο αφθώδης πυρετός, που οδήγησαν φέτος σε περιορισμούς στη βόσκηση και στην εποχιακή μετακίνηση των κτηνοτρόφων σε μεγάλο μέρος της χώρας.
Η παραγωγή γάλακτος και ο κίνδυνος ελλείψεων
Οι επιπτώσεις των επιζωοτιών έχουν ήδη αποτυπωθεί στην παραγωγή. Το πρώτο τετράμηνο του 2026 η παραγωγή αιγοπρόβειου γάλακτος εμφανίζεται μειωμένη κατά 30.000 τόνους σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025.
Η εξέλιξη αυτή εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε μείωση της παραγωγής φέτας κατά 15.000 έως 20.000 τόνους μέσα στο έτος. Σε μια περίοδο κατά την οποία η διεθνής ζήτηση παραμένει αυξημένη, η μείωση της παραγωγής εντείνει την πίεση στην αγορά και αυξάνει τον κίνδυνο παρατυπιών.
Στο πλαίσιο αυτό, η ανακοίνωση προειδοποιεί για τον κίνδυνο ελληνοποιήσεων αιγοπρόβειου γάλακτος ή τυροπήγματος, πρακτικές που θα μπορούσαν να πλήξουν την αξιοπιστία του προϊόντος και να δημιουργήσουν προβλήματα στη διατήρηση της προστασίας του ως ΠΟΠ.
Αναφορά γίνεται και στη χρήση τεχνολογιών υπερδιήθησης από ορισμένες βιομηχανίες. Πρόκειται για μέθοδο που συμπυκνώνει τις πρωτεΐνες του γάλακτος και αυξάνει την απόδοση σε τυρί, αλλά, σύμφωνα με την ανακοίνωση, δεν συνάδει με την παραδοσιακή διαδικασία παραγωγής της φέτας ΠΟΠ.
Πιέσεις από τρίτες χώρες
Σημαντικό μέτωπο ανοίγει και στις διεθνείς εμπορικές συμφωνίες. Η ανακοίνωση αναφέρεται στις υποχωρήσεις που έχουν γίνει στο πλαίσιο συμφωνιών της Ευρωπαϊκής Ενωσης με τρίτες χώρες, όπως η CETA με τον Καναδά, αλλά και η εμπορική συμφωνία με την Αυστραλία.
Το βασικό ζήτημα είναι ότι σε ορισμένες περιπτώσεις επιτρέπεται η διατήρηση της ονομασίας «φέτα» για προϋπάρχοντα λευκά τυριά άλμης από αγελαδινό γάλα. Σύμφωνα με την ανακοίνωση, τέτοιες εξαιρέσεις αποδυναμώνουν τη θέση της Ελλάδας, καθώς τροφοδοτούν το επιχείρημα ότι η λέξη «φέτα» αποτελεί γενική ονομασία τύπου τυριού και όχι προστατευόμενη γεωγραφική ένδειξη.
Ανησυχία εκφράζεται και για την Τουρκία, όπου, σύμφωνα με την ανακοίνωση, τουλάχιστον πέντε εταιρείες παράγουν και εξάγουν λευκό τυρί άλμης με την ονομασία «φέτα». Το ζήτημα θεωρείται ιδιαίτερα σοβαρό, καθώς η Τουρκία διαθέτει μεγάλη παραγωγική βάση σε αιγοπρόβειο γάλα.
Ζητείται εθνική στρατηγική
Η ανακοίνωση καταλήγει στην ανάγκη διαμόρφωσης εθνικής στρατηγικής για τη φέτα και την ελληνική αιγοπροβατοτροφία, με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων και με επιστημονική τεκμηρίωση.
Στόχος, όπως υπογραμμίζεται, πρέπει να είναι η διαφύλαξη του χαρακτήρα ΠΟΠ και της ποιότητας του προϊόντος, καθώς αυτά είναι τα δύο στοιχεία που στηρίζουν τη διεθνή του αξία.
Η φέτα δεν αποτελεί μόνο ένα επιτυχημένο εξαγώγιμο προϊόν. Συνδέεται με την ελληνική κτηνοτροφία, την ύπαιθρο, τις τοπικές κοινωνίες και την εκτατική βόσκηση, η οποία έχει και περιβαλλοντική σημασία, από την προστασία της βιοποικιλότητας έως την πυροπροστασία.
Σε αυτό το πλαίσιο, ζητούνται άμεσες παρεμβάσεις από το υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, ώστε να αντιμετωπιστούν οι κίνδυνοι που απειλούν τη φέτα σε παραγωγικό, εμπορικό και θεσμικό επίπεδο.


