Φώτης Γιαγκούλας: Η ιστορία του λήσταρχου που απέδιδε δικαιοσύνη με την παρδάλα και το ματωμένο τέλος του στον Όλυμπο

Ημερομηνία:

Πριν από 101 χρόνια, στις 20 Σεπτεμβρίου 1925, ο Φώτης Γιαγκούλας, ένας από τους πιο γνωστούς λήσταρχους στην Ελλάδα, έπεφτε νεκρός στον Όλυμπο έπειτα από πολύωρη συμπλοκή με άνδρες της τότε χωροφυλακής. Η επιχείρηση στην Κλεφτόβρυση του Ολύμπου θα έκλεινε ένα από τα πιο πολυσυζητημένα κεφάλαια της ελληνικής «ληστοκρατίας».

Η πραγματική ζωή του Γιαγκούλα είναι πολύ δυσκολότερο να διαχωριστεί από τον μύθο που δημιουργήθηκε γύρω του. Εφημερίδες, λαϊκά αναγνώσματα, τραγούδια και προφορικές αφηγήσεις τον μετέτρεψαν άλλοτε σε αιμοσταγή κακοποιό και άλλοτε σε έναν ιδιότυπο «Ρομπέν των Δασών». Πίσω από αυτές τις δύο εικόνες βρίσκεται μια ιστορία στην οποία τα επιβεβαιωμένα γεγονότα συχνά συνυπάρχουν με ιστορίες που δεν μπορούν πλέον να τεκμηριωθούν.

Η γέννηση και τα πρώτα χρόνια

Ο Φώτης Γιαγκούλας γεννήθηκε στο ορεινό χωριό Μεταξά, κοντά στα Σέρβια Κοζάνης. Ακόμη και η χρονολογία της γέννησής του δεν θεωρείται βέβαιη: ο συγγραφέας και ερευνητής Νίκος Τάχατος, μιλώντας στην ΕΡΤ, ανέφερε ότι αρκετοί μελετητές τοποθετούν τη γέννησή του το 1894, ενώ άλλες πηγές τη μεταθέτουν κοντά στο 1900 ή το 1901.

Σύμφωνα με την αφήγηση που παρουσίασε η ΕΡΤ, έχασε σε μικρή ηλικία τον πατέρα του και ήταν ορφανός ενώ εργάστηκε ως βοσκός. Όμως ακόμη και οι πληροφορίες για την οικονομική κατάσταση της οικογένειας δεν είναι απολύτως ομοιόμορφες: μεταγενέστερη έρευνα που επικαλείται μαρτυρία του αδελφού του τον παρουσιάζει να προέρχεται από οικογένεια με σημαντική κτηνοτροφική περιουσία, σύμφωνα με το Kozani.tv.

«Με τον Γιαγκούλα κάναμε παρέα. Έκλεβε τότε ο κόσμος. Έκλεβε και αυτός. Ύστερα άρχισαν να λένε “ποιος το έκλεψε;” “ο Γιαγκούλας, ο Γιαγκούλας”», είχε πει φίλος του λήσταρχου το 1982 στην ΕΡΤ. «Ήταν ορφανός. Όποιος έκλεβε τα φόρτωναν στον Γιαγκούλα. Τον ανάγκασαν να βγει κλέφτης», είπε από την πλευρά του μιλώντας στη Μηχανή του Χρόνου ο Αθανάσιος Μουσαφειρόπουλος, κάτοικος του Πολύραχου όπου είχε μετακομίσει ο νεαρός τότε Γιαγκούλας.

Γιατί βγήκε στην παρανομία

Ο λόγος που ο Γιαγκούλας πέρασε στην παρανομία δεν έχει εξακριβωθεί. Μία από τις διαδεδομένες αφηγήσεις θέλει έναν αξιωματικό της χωροφυλακής να έχει προσβάλει ή κακοποιήσει μια ξαδέλφη του και τον Γιαγκούλα να τον αναζητεί για να πάρει εκδίκηση. Μια άλλη εκδοχή τον θέλει να σκότωσε έναν βοσκό χρησιμοποιώντας τα χέρια του μετά από παρεξήγηση με τα βοσκοτόπια.

Κάθε ιστορία για τον Γιαγκούλα έχει αρκετές εκδοχές με τους λαϊκούς μύθους να εμπλουτίζονται από γενιά σε γενιά.

«Η αφορμή που βγήκε στο κλαρί ήταν ότι ένας ενωμοτάρχης στο χωριό του ενοχλούσε την ξαδέρφη του, την Μαριγώ. Με την οποία υπάρχουν φήμες ότι μπορεί να είχε σχέση και ο ίδιος. Είτε τον έσφαξε μέσα σε ένα καφενείο του χωριού ή αυτός από τον φόβο του επειδή τον κυνηγούσε ο Γιαγκούλας πήρε μετάθεση στην Αθήνα. Κατά μία άλλη εκδοχή πήρε μετάθεση στην Αθήνα, κατέβηκε ο Γιαγκούλας και τον έσφαξε», είχε πει στη Μηχανή του Χρόνου ο συγγραφέας Δημήτρης Κωστόπουλος.

Κλείσιμο

Ο Μενέλαος Γούλιος, εγγονός θύματος του Γιαγκούλα, λέει από την πλευρά του: «η αλήθεια είναι ότι υπήρχε Μαρία με χωροφύλακα αλλά ήταν άλλη περίπτωση. Αλλά επειδή ήταν από του Γιαγκούλα το χωριό, το φόρτωσαν και αυτό στον Γιαγκούλα».

«Ένας ανθυπασπιστής της χωροφυλακής πείραξε μια ξαδέρφη του. Ο Γιαγκούλας του επιτέθηκε, τον έκανε μαύρο στο ξύλο και την επόμενη μέρα βγήκε στο βουνό», αναφέρει από την πλευρά του στη «Μηχανή» ο συγγραφέας Βασίλης Τζανακάρης.

Το βέβαιο είναι ότι στις αρχές της δεκαετίας του 1920 είχε ήδη περάσει στο στόχαστρο των διωκτικών αρχών και το καλοκαίρι εκείνης της χρόνιας είχε επικηρυχτεί.

Η απόδραση από το τρένο

Ο Γιαγκούλας συνελήφθη το καλοκαίρι του 1920, τραυματισμένος, ύστερα από συμπλοκή στην περιοχή ανάμεσα στα χωριά Καλτάδες και Ράχοβο. Μετά τη σύλληψή του οδηγήθηκε στις φυλακές της Αίγινας. Αργότερα αποφασίστηκε η μεταφορά του στη Θεσσαλονίκη για να δικαστεί. Και τότε συνέβη το περιστατικό που περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο συνέβαλε στη δημιουργία του θρύλου του: δραπέτευσε πηδώντας από το τρένο στα Τέμπη, ενώ μεταφερόταν σιδηροδέσμιος.

Ο Γιαγκούλας φέρεται να κυκλοφορούσε σιδηροδέσμιος για οκτώ ημέρες, μέχρι να επιστρέψει στα χωριά της Κοζάνης όπου ένας σιδεράς του έκοψε τις αλυσίδες.

Η ιστορία της απόδρασης απέκτησε διαστάσεις κινηματογραφικής περιπέτειας και τροφοδότησε την εικόνα του ληστή που μπορούσε να εξαπατά και να ταπεινώνει τις αρχές. Αργότερα προστέθηκαν αφηγήσεις για μεταμφιέσεις και εμφανίσεις του ακόμη και στην Αθήνα, όμως αρκετές από αυτές προέρχονται από τον Τύπο και τις λαϊκές ιστορίες της εποχής.

Ληστείες, δολοφονίες και «Ρομπέν των Δασών»

Η εγκληματική δράση του Γιαγκούλα δεν περιοριζόταν σε ληστείες. Δημοσιεύματα μετά τον θάνατό του έγραφαν για δολοφονίες ανθρώπων τους οποίους θεωρούσε υπεύθυνους για τη σύλληψη ή την καταδίωξή του, καθώς και τον φόνο προέδρου κοινότητας και ενός αξιωματικού της χωροφυλακής.

Παράλληλα γεννήθηκε η εικόνα του «κοινωνικού ληστή». Αφηγήσεις του αποδίδουν οικονομική βοήθεια σε φτωχές οικογένειες, προίκες σε κοπέλες και συνεισφορές για εκκλησίες. Η ερμηνεία αυτής της συμπεριφοράς, όμως, παραμένει αντικείμενο διαφωνίας αφού δεν αποκλείεται οι παροχές αυτές να λειτουργούσαν κυρίως ως τρόπος εξασφάλισης καταφυγίου, πληροφόρησης και σιωπής από τους κατοίκους των περιοχών όπου κινούνταν.

Έτσι, ο χαρακτηρισμός του ως Έλληνα «Ρομπέν των Δασών» ανήκει περισσότερο στον μύθο που χτίστηκε γύρω του παρά σε ένα αδιαμφισβήτητο ιστορικό συμπέρασμα. Το βέβαιο είναι ότι ο ίδιος καλλιεργούσε μια εικόνα προσωπικής «δικαιοσύνης», παρουσιάζοντας την αντιπαράθεσή του με το κράτος ως εκδίκηση απέναντι σε μια εξουσία που θεωρούσε άδικη.

Το «δίκαιο της παρδάλας» με 54 σφαγές και το μουμιοποιημένο κεφάλι του Γιαγκούλα

Σύμβολο αυτής της εικόνας ήταν η περίφημη μαχαίρα του, η «παρδάλα». Το αντικείμενο δεν αποτελεί απλώς μέρος του θρύλου αφού φυλάσσεται μέχρι σήμερα στο Εγκληματολογικό Μουσείο του ΕΚΠΑ, μαζί με τη μουμιοποιημένη κεφαλή του Γιαγκούλα. Πάνω στη λεπίδα είχε χαραχθεί ανορθόγραφη επιγραφή, η οποία χρονολογείται στον Μάρτιο του 1917 και παρουσιάζει τη μαχαίρα ως όργανο μιας δικής του αντίληψης περί δικαιοσύνης.

Σύμφωνα με τα όσα είχε περιγράψει ο κ. Ταχάτος στην ΕΡΤ, ο Γιαγκούλας είχε πάντα μαζί του την «παρδάλα» με την οποία «φημολογείται ότι είχε σφάξει 54 ανθρώπους» ενώ είχε χαράξει στη λεπίδα της: «Προς τους πάντας. Μη δηνάμενος να εύρο ίδινος δικαίου παρά της δυκαιοσήνης των Ελλήνων, ηναγγάσθην να τονίσο το δίκαιον της Παρδάλας ή Μαχαίρας. Όθεον η ύψηστος αυτή λειτουργός της ανάνδρου Δικαιοσύνης ονόματι Παρδάλα έχη τον λόγον από σήμερον εις πάντας τους αιωθούντας και απίστους. Η λειτουργία αυτής έσετε πάντοτε ειλικρινής και ουδέποτε θέλη λησμονήση τα Ιερά καθήκοντά της προς αναμονή του δικαίου. Μαρτίου 1917».

giagoulas__2_
Η «παρδάλα», πηγή: estories.uoa.gr/el/politistikh_klhronomia/mouseia/egklimatologiko-moyseio

Συμμορία στον Όλυμπο

Ο Γιαγκούλας σχημάτισε συμμορία στον Όλυμπο και ένας από τους στενότερους συνεργάτες του ήταν ο «μαύρος λήσταρχος» από την Ελασσόνα, Θωμάς Καντάρας. Ο Καντάρας φέρεται να ξεκίνησε τη δράση του σκοτώνοντας τον τσέλιγκα που βίασε τη σύζυγό του και λιποτακτώντας από τον στρατό.

Η απαγωγή και το τέλος με το κομμένο κεφάλι

Το γεγονός που οδήγησε στην τελευταία μεγάλη επιχείρηση εναντίον του σημειώθηκε τον Σεπτέμβριο του 1925. Ο Γιαγκούλας με τους συνεργάτες του απήγαγαν στην Ελασσόνα δύο ξαδέρφια της οικογένειας Ράπτη που είχε οικονομική επιφάνεια.

Η απαγωγή κινητοποίησε την χωροφυλακή σε μεγάλη έκταση. Αποσπάσματα από την Αγυιά, τα Φάρσαλα και την Καλαμπάκα μετακινήθηκαν προς την περιοχή Ελασσόνας και Κατερίνης. Η χωροφυλακή πληροφορήθηκε ότι ο Γιαγκούλας βρισκόταν μαζί με τους ομήρους στον Όλυμπο και κινήθηκε προς την περιοχή.

Η πρώτη επαφή με τη συμμορία έγινε το πρωί της 20ης Σεπτεμβρίου στην περιοχή της Κλεφτόβρυσης στον Όλυμπο. Οι άνδρες της χωροφυλακής κατέλαβαν περάσματα και σημεία από τα οποία οι ληστές θα μπορούσαν να επιχειρήσουν διαφυγή, και ακολούθησε μάχη που κράτησε για πολλές ώρες.

Στην τελική φάση της συμπλοκής σκοτώθηκαν ο Φώτης Γιαγκούλας, ο Πάντος Μπαμπάνης και ο Τσαμίτας. Σκοτώθηκε και ο χωροφύλακας Κωνσταντίνος Σαλιώρας. Λίγο πριν πέσει νεκρός ο Γιαγκούλας, ένας από τους δύο απαχθέντες σκοτώθηκε και ο δεύτερος τραυματίστηκε.

Το απόγευμα της ίδιας μέρας τα κεφάλια των Γιαγκούλα, Μπαμπάνη και Τσαμίτα κρέμονταν σε δημόσια θέα στα κάγκελα του σιδηροδρομικού σταθμού Κατερίνης.

Φώτης Γιαγκούλας: Η ιστορία του λήσταρχου που απέδιδε δικαιοσύνη με την παρδάλα και το ματωμένο τέλος του στον Όλυμπο
Η μουμιοποιημένη κεφαλή του Γιαγκούλα, πηγή: estories.uoa.gr/el/politistikh_klhronomia/mouseia/egklimatologiko-moyseio

Ο ληστής έγινε λαϊκός θρύλος

Ο θάνατος του Γιαγκούλα δεν σήμανε και το τέλος της ιστορίας του. Αντιθέτως, η εικόνα του άρχισε σχεδόν αμέσως να μεταφέρεται από το αστυνομικό ρεπορτάζ στη λαϊκή κουλτούρα. Λίγα χρόνια αργότερα πέρασε και στη δισκογραφία. Το 1931 ο Γιαγκούλας έγινε τραγούδι με ερμηνευτή τον Αντώνη Διαμαντίδη, γνωστό ως Νταλγκά.


Η μυθοποίηση συνεχίστηκε για δεκαετίες. Η σύγκρουσή του με τη χωροφυλακή, οι ιστορίες για βοήθεια προς φτωχούς, η «παρδάλα» και ο βίαιος θάνατός του δημιούργησαν έναν χαρακτήρα πολύ μεγαλύτερο από την πραγματική του βιογραφία. Ο «βασιλιάς των Ορέων» επιβίωσε στη συλλογική μνήμη ακριβώς επειδή τα όρια ανάμεσα στον εγκληματία, στον ανυπότακτο και στον λαϊκό ήρωα θόλωσαν μέσα στις αφηγήσεις που ακολούθησαν.

Κοινοποίηση:

Τελευταία Νέα

Κοινοποίηση:

Περισσότερα Άρθρα
Σχετικα

Κόνιτσα: Υπό έλεγχο έπειτα από 20 ημέρες η φωτιά στην Τραπεζίτσα

Υπό έλεγχο τέθηκε, έπειτα από 20 ημέρες, η μεγάλη...

ά Πανήγυρη του Αγίου Σιλουανού του Αγιορείτου στον Αγιο Γεώργιο Ιτεών

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΠΑΤΡΩΝ ΙΕΡΟΣ ΝΑΟΣ ΑΓΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΙΤΕΩΝ Ιερό Παρεκκλήσιο Αγίου...

Νέο σοκ στη Γερμανία: Πρώτη η AfD στο Μεκλεμβούργο, «γκρεμίζεται» στο 5,5% η CDU – Νίκη Αριστεράς στο Βερολίνο

Σε μια νέα κρίσιμη εκλογική διαδικασία προσέρχονται από το...