Ησπατάλη των τροφίμων είναι ένα πολύ μεγάλο ζήτημα παγκόσμια. Σύμφωνα με τον ΟΗΕ, το 1/3 των τροφίμων που παράγονται κάθε χρόνο πετιέται. Το ποσοστό αυτό αντιστοιχεί σε περίπου 1,3 δισεκατομμύρια τόνους.
Και δεν είναι μόνο ότι για να παραχθούν αυτοί οι τόνοι τροφίμων που πετιούνται έχουν σπαταληθεί φυσικοί πόροι που δεν είναι ανεξάντλητοι, είναι και ότι τα οργανικά απορρίμματα ευθύνονται και για τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου. Των αερίων, δηλαδή, που συντείνουν στην κλιματική αλλαγή. Υπολογίζεται ότι το 8%-10% των εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου σχετίζεται με τρόφιμα που δεν καταναλώθηκαν ποτέ. Σύμφωνα με το Πρόγραμμα των Ηνωμένων Εθνών για το Περιβάλλον (UNEP) -αν θελήσουμε να γίνουν κατανοητά τα μεγέθη- αν η σπατάλη των τροφίμων ήταν μια ξεχωριστή χώρα, θα ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πηγή εκπομπών αερίων του θερμοκηπίου. Και φυσικά πέρα από την περιβαλλοντική διάσταση, υπάρχει η οικονομική αλλά και η ηθική.
«Στην Ελλάδα πετιούνται ετησίως δύο εκατομμύρια τόνοι τροφίμων», λέει ο πρόεδρος της Οικολογικής Εταιρείας Ανακύκλωσης (ΟΕΑ), Φίλιππος Κυρκίτσος. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΟΕΑ, το 18% προέρχεται από τον πρωτογενή τομέα, το 19% από τη μεταποίηση, το 7% από τη λιανική, το 11% από τα εστιατόρια και από τις υπηρεσίες επισιτισμού (HORE CA) ενώ το 45% είναι οικιακά. Βλέπουμε λοιπόν ότι όλοι μας διαδραματίζουμε κάποιο ρόλο στη σπατάλη τροφίμων, ακόμα και όταν συμβαίνει έξω από το νοικοκυριό μας.
Αλλά πώς μπορούμε να αναλάβουμε δράση ενάντια σε κάτι που δεν μπορούμε πάντα να δούμε; Στο πλαίσιο της ημερίδας «Climate Action», που διοργάνωσε η Ελληνική Εταιρεία Προστασίας της Φύσης, το «αόρατο» πρόβλημα έγινε «ορατό» κατά τη διάρκεια της συζήτησης «Zero Food Waste: Από την παραγωγή στη διάθεση και την κατανάλωση» και αναδείχτηκε ότι λύσεις υπάρχουν, φτάνει να θέλουμε να δούμε και να αντιμετωπίσουμε το πρόβλημα.
Η ρίζα του προβλήματος
«Πολυπαραγοντικό και συστημικό πρόβλημα που έχει σχέση με θεσμικά θέματα και διακυβέρνηση», θα πει η Κάτια Λαζαρίδη, καθηγήτρια του Τμήματος Γεωγραφίας στο Χαροκόπειο Πανεπιστήμιο. Οπως εξήγησε η κ. Λαζαρίδη, «από τη μια μεριά έχουμε ακατάλληλες πολιτικές και ακατάλληλα κίνητρα και από την άλλη δεν έχουμε μετρήσεις για να ξέρουμε τι γίνεται. Ενας τρίτος παράγοντας είναι οι τεχνολογικές αστοχίες στις αλυσίδες ψύξης, στα logistics μεταφορών. Κάθε επιχείρηση, από ένα μικρό εστιατόριο έως ένα μεγάλο ξενοδοχείο, κάνει πρόβλεψη τι τρόφιμα θα χρειαστεί. Αν δεν καταναλωθούν, προκύπτουν υπολείμματα. Αυτά, αν δεν έχουμε το κατάλληλο νομικό πλαίσιο που δίνει κίνητρα ή αντικίνητρα, δεν θα μπορέσουν να διανεμηθούν και θα καταλήξουν σε απόβλητα».

Την έλλειψη μετρήσεων και σχεδιασμού θεωρεί ως τη ρίζα του προβλήματος και η Παυλίνα Πρωταίου, ιδρύτρια & CEO της Beyond CSR, που δραστηριοποιείται στις στρατηγικές βιωσιμότητας για επιχειρήσεις και μηδενικών αποβλήτων στον κλάδο των τροφίμων. «Οι περισσότερες επιχειρήσεις δεν ξέρουν πόσο πετάνε. Δεν μετρούν τη σπατάλη γιατί δεν έχουν σύστημα καταγραφής. Πολλές φορές ένα προϊόν πετάγεται επειδή δεν είναι αισθητικά άρτιο. Οι έρευνες δείχνουν ότι η προσέγγιση στη σπατάλη τροφίμων συχνά είναι αποσπασματική», θα πει η κ. Πρωταίου.
Ωστόσο, επειδή κανείς δεν θέλει να πετάει τρόφιμα, είτε είναι επιχείρηση είτε νοικοκυριό, το θέμα της ενημέρωσης για την ασφάλεια των τροφίμων είναι σημαντικό για τη μείωση της σπατάλης τους. «Υπάρχει ο φόβος για τις νομικές ευθύνες από μια τροφική δηλητηρίαση. Παρά το γεγονός ότι υπάρχει ευρωπαϊκή οδηγία για τη δωρεά τροφίμων, στην πράξη οι επιχειρήσεις νιώθουν έωλες και προτιμούν να πετάξουν παρά να μπλέξουν», θα πει η κ. Πρωταίου.
Στη σύγχυση που υπάρχει σχετικά με τις ετικέτες τροφίμων και τις ημερομηνίες λήξης αναφέρεται η κ. Λαζαρίδη. «Χρειάζεται ενημέρωση αλλά και δεξιότητες. Να γνωρίζουμε πότε ένα τρόφιμο είναι ασφαλές να καταναλωθεί και πότε όχι. Η σήμανση της ημερομηνίας “ανάλωση έως” και “ανάλωση κατά προτίμηση πριν” έχει μεγάλη διαφορά. Στη δεύτερη περίπτωση απλά δεν το πετάμε, αλλά χρειάζονται κατάλληλες εκστρατείες ενημέρωσης των πολιτών».
Καλές πρακτικές
To Metaxa Hospitality Group είναι ο πρώτος ξενοδοχειακός όμιλος στην Ευρώπη που διαχειρίζεται σχεδόν 2.000 στρέμματα πιστοποιημένης βιολογικής γεωργίας ενώ παράλληλα τρέχει και ένα πρόγραμμα αναγεννητικής γεωργίας για το Οροπέδιο Λασιθίου. «Το έδαφος είναι μη ανανεώσιμος πόρος και από κει παράγεται το 95% της τροφής μας. Θέλουμε την εμπειρία, την ανθεκτικότητα και την υγιεινή διατροφή στα γεύματα που σερβίρουμε στους επισκέπτες μας», θα πει η Μαριγιάννα Χαλκιαδάκη, Sustainability Manager του Metaxa Hospitality Group. «Από το πιάτο τα απόβλητα που δεν περιέχουν λάδι καταλήγουν στους κήπους και γίνεται κομποστοποίηση», λέει η κ. Χαλκιαδάκη, ενώ παράλληλα με το προσωπικό και την τοπική κοινωνία εκπαιδεύονται και οι επισκέπτες των ξενοδοχείων αφού την όλη διαδικασία μπορούν να τη δουν και να τη βιώσουν. «Ως ξενοδοχείο φιλοξενούμε πάρα πολλά παιδιά και βλέπουμε ότι τέτοιες ενέργειες τα ενδυναμώνουν γιατί μαθαίνουν και το υιοθετούν και όταν επιστρέψουν στα σπίτια τους» καταλήγει.
Σύμμαχος στη στρατηγική του ομίλου για βιωσιμότητα στάθηκε το οικολογικό σήμα ποιότητας Green Key. «Το Green Key δίνει κατευθύνσεις υποστήριξης και ενθάρρυνσης στις εταιρείες καθώς τους δίνει εργαλεία που μπορούν να ενσωματωθούν στη στρατηγική της κάθε εταιρείας. Και το σήμα, το οποίο είναι αναγνωρισμένο, διασφαλίζει και δίνει στον εκάστοτε επισκέπτη τη δυνατότητα να γνωρίζει ότι η διαχείριση γίνεται με βιώσιμο τρόπο», εξηγεί η κ. Χαλκιαδάκη.
Το συμπέρασμα της συζήτησης στο οποίο και οι τρεις ομιλήτριες κατέληξαν είναι ότι για να περάσουμε σε μια κουλτούρα μηδενικής σπατάλης τροφίμων χρειάζεται εκπαίδευση, καινοτομία, θεσμικά κίνητρα και αλλαγή νοοτροπίας.



