flamis.gr

ΓΙΩΡΓΟΣ ΠΑΠΑΝΔΡΕΟΥ: Η εκλογή του Τζο Μπάιντεν και η σύγκρουση «δύο κόσμων»

Το 2021 θα ξεκινήσει με ένα νέο Πρόεδρο στον Λευκό Οίκο, κάτι που μετά τη δύσκολη και εν πολλοίς απρόβλεπτη εποχή Τραμπ αποτελεί παράγοντα αισιοδοξίας. 

 

Ποιες μπορεί να είναι οι διαφορές; 

Η πρώτη, εμφανής, είναι η διαφορά προσωπικότητας. Όμως, αυτή υποκρύπτει και μεγάλες διαφορές πολιτικής.

 

Ο Ντόναλντ Τραμπ, πρόβαλε το πρότυπο ενός ηγέτη αυταρχικού, του «ηγέτη – αφέντη» που δεν λαμβάνει υπόψη τους θεσμούς, την ιεραρχία, την εμπειρία, ή ακόμα και τις διεθνείς συμφωνίες που η ίδια η Αμερική είχε υπογράψει.

 

Μπορεί να φαίνεται παράδοξο, αλλά αυτό τον έκανε δημοφιλή σε ένα σημαντικό μέρος της Αμερικανικής κοινωνίας. Του προσέδωσε αυτή η συμπεριφορά, την εικόνα του αντισυστημικού, σε έναν κόσμο που αισθάνεται και δικαίως, περιθωριοποιημένος, ξεχασμένος, ανασφαλής, από τις παγκόσμιες οικονομικές και τεχνολογικές εξελίξεις. Έναν κόσμο, που βλέπει να πλουτίζει όλο και περισσότερο μια ελίτ, ενώ οι ίδιοι όλο και περισσότερο αδυνατούν να έχουν τα μέσα για σωστή και δίκαιη σύνταξη, ισότιμη πρόσβαση στην υγεία, την παιδεία, όπως και εργασία και κατοικία.

 

Βέβαια, ο Τραμπ, κάθε άλλο παρά αντισυστημικός ήταν. Υπηρέτησε τα συμφέροντα της ελίτ, με τον καλύτερο τρόπο, χαρίζοντάς τους ακόμη μεγαλύτερα υπερκέρδη μέσα από τη μεγάλη μείωση της φορολογίας για το κεφάλαιό τους.

 

Και για να στηριχθεί πολιτικά, μετέτρεψε μια πραγματική ταξική αντίθεση σε μια αντίθεση φυλετική. Χρησιμοποιώντας τα social media, καλλιέργησε τη «λευκή υπεροψία» και το θρησκευτικό φανατισμό, βάθυνε ακόμη περισσότερο τον ήδη υπάρχοντα συστημικό ρατσισμό. Καλλιέργησε τον απολυταρχισμό, μη αποδεχόμενος ακόμη και την έκφραση μιας άλλης άποψης ή οποιασδήποτε αμφισβήτησης, άρα ούτε και την επιστημονική αλήθεια, η οποία μπορεί να έθετε σε αμφισβήτηση τις δικές του επιδιώξεις. Η διαφωνία του με τον Fauci, είναι χαρακτηριστική των αυταρχικών αντιλήψεων από τις οποίες διακατέχεται.

 

Ο εχθρός, για τον Τραμπ, δεν ήταν το άδικο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά όσοι φαινομενικά ήσαν διαφορετικοί από ένα «ιδεατό» πρότυπο μιας ξεπερασμένης Αμερικής. Όσοι δηλαδή, ήταν άλλου χρώματος, εθνοτικής ή θρησκευτικής καταγωγής, σεξουαλικής επιλογής, ή και ξένοι – από τους κινέζους μέχρι τους πρόσφυγες από την Λατινική Αμερική. Και βέβαια, στο στόχαστρο, όσοι πιστεύουν σε έναν δημοκρατικό πλουραλισμό, στην Αμερική και γενικότερα τον κόσμο.

 

Αυτοί «έφταιγαν», αυτοί «φταίνε», για τα δεινά της Αμερικής. 

 

Ο Τζο Μπάιντεν, με τον οποίον έχω συνεργαστεί πολλές φορές για πολλά ζητήματα, είναι ένας ηγέτης με μεγάλες ικανότητες. Η πολύχρονη εμπειρία του αποδείχθηκε πολύτιμη στη σκληρή μάχη με τον Τραμπ. Συνδυάζει τη γνώση του «street politics», της «πιάτσας» δηλαδή, με τη γνώση των διεθνών δεδομένων και εξελίξεων.

 

Στις συναντήσεις που είχα μαζί του, έβλεπα πάντα έναν άνθρωπο προσηνή, με ανοιχτό μυαλό, να αναζητά τον διάλογο, να ακούει, και να κατανοεί τον συνομιλητή του. Όσο για τα προβλήματα της χώρας του, έχοντας περάσει προσωπικές τραγωδίες, η συμπόνια είναι το χαρακτηριστικό της προσέγγισής του.

 

Δεν είναι τυχαία η φράση του, που επανέλαβε αρκετές φορές, «να κλείσουμε τις πληγές». Και οι επιλογές στελέχωσης των θέσεων εξουσίας, αυτό σηματοδοτούν, καθώς η αντιπρόεδρος Κάμαλα Χάρις, όπως και υπουργοί του, προέρχονται από κοινωνικές ομάδες που δαιμονοποιήθηκαν και στοχοποιήθηκαν, ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια. Γυναίκες, αφροαμερικανοί, λατίνοι, ασιάτες, μετανάστες.

 

Θέλει έτσι, να σηματοδοτήσει, να συμβολίσει και μια μελλοντική Αμερική, όπου αυτές οι ομάδες θα βρουν την ισότιμη θέση τους στο γίγνεσθαι της χώρας.

 

Παράλληλα όμως, το σύνθημά του, «η Αμερική επέστρεψε», παραπέμπει στην επιστροφή σε ένα παρελθόν που όμως πρέπει να αλλάξει.

 

Γιατί η πρόκληση στο εσωτερικό του μέτωπο, να ανατρέψει αδικίες, να χτυπήσει ανισότητες, να κερδίσει τις συνειδήσεις των περιθωριοποιημένων και φτωχότερων λευκών, ενώνοντας την Αμερικανική κοινωνία, απαιτεί νέες και ριζοσπαστικές πολιτικές.

 

Η πανδημία ανέδειξε τις βαθιές ανισότητες στο σύστημα υγείας. Αλλά και στην παιδεία, στο φορολογικό σύστημα, στη ζωή του μισθωτού εργαζόμενου, στην πρόσβαση σε κατοικία, όπου οι ανισότητες είναι θεόρατες.

 

Όμως, είναι εμφανή και τα προβλήματα λειτουργίας της ίδιας της δημοκρατίας, όχι από τις δήθεν εκλογικές απάτες που αναφέρει ο Τραμπ, αλλά από τον κυρίαρχο ρόλο που παίζει το κεφάλαιο, το χρήμα στην πολιτική, όπως και τη συστηματική παρεμπόδιση του δικαιώματος του εκλέγειν με τα τερτίπια των ρεπουμπλικανών σε πολλές πολιτείες τις οποίες ελέγχουν. 

 

αντίληψη Τραμπ, είχε τεράστιες προεκτάσεις και στα διεθνή.

 

Αντιμετώπισε την Ευρώπη ως εχθρό, ναρκοθέτησε τις προσπάθειες ανάπτυξης ενός πολυμερούς συστήματος συνεργασίας για την αντιμετώπιση των μεγάλων διεθνών προβλημάτων, αγνόησε την εμπειρία της διοίκησης και της επιστήμης – με αποτέλεσμα την καταστροφική διαχείρισης της πανδημίας -, χρησιμοποίησε συχνά τον εκβιασμό έναντι της διπλωματίας, ενώ συνέπλευσε με τους πιο αλαζόνες και αυταρχικούς ηγέτες της υφηλίου. 

 

Στη διεθνή σκακιέρα, η «επιστροφή της Αμερικής», καλώς χαιρετίζεται. Η επιστροφή στη Συμφωνία του Παρισιού για την Κλιματική Κρίση, η επιστροφή στον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η ενίσχυση του ΟΗΕ, όπως και η διάθεση συνεργασίας με την ΕΕ, αποτελούν καλοδεχούμενες εξαγγελίες.

 

Όμως ούτε μπορούμε, ούτε πρέπει να γυρίσουμε στο παρελθόν.

 

Για μια σειρά σημαντικούς λόγους:

 

Πρώτον, η εποχή Τραμπ άφησε μεγάλα τραύματα, δυσπιστία και ερωτηματικά. Είδαμε την υπερδύναμη να υπονομεύει βασικούς θεσμούς και συμφωνίες.

 

Δεύτερον, φάνηκε ότι οι διεθνείς θεσμοί, το πολυμερές σύστημα, χρειάζεται αναμόρφωση. Οι πανδημίες, η κλιματική κρίση, οι μεγάλες προσφυγικές και μεταναστευτικές μετακινήσεις πληθυσμών, η αδιαφάνεια στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, οι φορολογικοί παράδεισοι, το κοινωνικό ντάμπιγκ που πλήττει τα δικαιώματα εργαζόμενων και μεγαλώνει ανισότητες, αναδεικνύουν την ανάγκη αναμόρφωσης του διεθνούς συστήματος, με αξιακό προσανατολισμό και ένα νέο, παγκόσμιο, πράσινο κοινωνικό συμβόλαιο.

 

Τέλος, η ραγδαία άνοδος της Ασίας, οικονομικά και γεωπολιτικά, όπως και ο ανταγωνισμός στα θέματα τεχνολογίας (ειδικά της τεχνητής νοημοσύνης), εγκυμονούν κινδύνους για την παγκόσμια Ειρήνη. Απαιτείται βούληση για να διαμορφωθούν μηχανισμοί – θεσμοί που θα διατηρήσουν την ειρήνη, θα περιορίσουν την ανάπτυξη νέων εξελιγμένων όπλων μαζικής καταστροφής, θα εγγυώνται την επίλυση διαφορών μέσα από τον διάλογο και θα εμπεδώνουν την ισχύ του δικαίου αντί το «δίκαιο» του ισχυρού.

 

Το τελευταίο, ενδιαφέρει ειδικότερα την περιοχή μας. Η Ελλάδα ήταν διαχρονικά προσηλωμένη στη λύση διαφορών, ειρηνικά, με διάλογο και στη βάση του Διεθνούς Δικαίου. Η ΕΕ, παρά τις αδυναμίες της, ενσωματώνει την άποψη αυτή στις βασικές της αρχές. Ο Μπάιντεν σε αυτή την αντίληψη θα είναι σύμμαχος. Και αυτό αποτελεί ισχυρό μήνυμα και προς τη γείτονα Τουρκία.

 

Η Ευρώπη χαιρέτισε την «επιστροφή της Αμερικής». Δεν αρκεί αυτό, όμως. Είναι ώρα να ακουστεί η αυτόνομη Ευρωπαϊκή φωνή. Να αποτελέσει ισότιμο εταίρο και με πρωτοβουλίες να συμβάλει σε μια προοδευτική αναμόρφωση θεσμών και πολιτικής. Να παλέψει για την ενίσχυση των δημοκρατικών πρακτικών και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων.

 

Αυτό βέβαια δεν θα έρθει μέσα από κάποιον αυτοματισμό. Γιατί και η ίδια η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με παρόμοια φαινόμενα πόλωσης, όπως αυτά της Αμερικής. 

 

Οι προεδρικές εκλογές στις ΗΠΑ, ανέδειξαν τη σύγκρουση δυο διαφορετικών κόσμων. Των οπαδών του απομονωτισμού και της εξωστρέφειας, των δυνάμεων του ορθολογισμού και του ανορθολογισμού, όσων πιστεύουν ότι τα προβλήματα λύνονται «με το να παίρνω το νόμο στα χέρια μου» και όσων πιστεύουν στη σημασία των δημοκρατικών θεσμών, των υπέρμαχων της λευκής ανωτερότητας και των πολιτών που δεν δέχονται τις διακρίσεις με βάση τη φυλή, τη θρησκεία, ή την εθνοτική προέλευση. 

 

Μεγάλη σημασία έχει να ενώσουμε τις προοδευτικές δυνάμεις μας, από τις δυο πλευρές του Ατλαντικού, ενάντια σε όσους θέλουν να δυναμιτίσουν τη δημοκρατία, να καταργήσουν την πολιτική, να πλήξουν τα ανθρώπινα και κοινωνικά δικαιώματα. Μαζί, αυτή τη μάχη, μπορούμε να την κερδίσουμε.

 

Ασφαλώς, η νέα Αμερικανική διοίκηση θα συναντήσει τεράστιες προκλήσεις: την αντιμετώπιση της πανδημίας και τις επιπτώσεις στην οικονομία, την αυξανόμενη ανεργία, το μεταναστευτικό και μαζί, την ισχυρή αντίσταση των συντηρητικών απέναντι σε κάθε προοδευτική αλλαγή, όπως παντού στον κόσμο. Ακόμα ένας λόγος για προοδευτικές συμμαχίες πέραν των συνόρων. Όμως, με την νίκη του Μπάιντεν, ανοίγει μια ευκαιρία για μια ριζική αλλαγή, τον εκδημοκρατισμό της παγκοσμιοποίησης.

 

Μια μόνο προϋπόθεση χρειάζεται προς τούτο: η υπέρβαση του στενού και κακώς εννοούμενου συμφέροντος για κάθε έναν από τους δύο σημαντικούς παράγοντες στη διεθνή σκακιέρα. Και μαζί, η βούληση και η αποφασιστικότητα των δύο, της Ευρώπης και των ΗΠΑ, να γίνουν για κάθε άνθρωπο, κάθε κοινωνία, κάθε λαό,  φάροι που να σηματοδοτούν την πορεία προς μια δημοκρατική και δίκαιη διακυβέρνηση και μια ακόμη πιο ελεύθερη και αξιοπρεπή.

Comments are closed.