Το 1993, ο Ρολφ Μπάντλε, ένας 60χρονος τότε Ελβετός από τη Βασιλεία, πήγε μαζί με μια παρέα φίλων του στο Μιλάνο της Ιταλίας για να παρακολουθήσει έναν ποδοσφαιρικό αγώνα της αγαπημένης του ομάδας, της Βασιλείας, εναντίον της Ίντερ. Κατά τη διάρκεια του αγώνα, ο Ρολφ πήγε στην τουαλέτα του σταδίου Σαν Σίρο. Όταν βγήκε, λόγω του τεράστιου πλήθους και του προχωρημένου της ώρας, έχασε τον προσανατολισμό του και δεν κατάφερε να βρει τους φίλους του.

Το αυτοκίνητο με την παρέα του έφυγε για την Ελβετία χωρίς αυτόν. Ο Ρολφ βρέθηκε μόνος του στο Μιλάνο, χωρίς τηλέφωνο (το 1993 τα κινητά δεν ήταν διαδεδομένα) και με ελάχιστα χρήματα στην τσέπη. Αντί όμως να πανικοβληθεί ή να ζητήσει βοήθεια από την ελβετική πρεσβεία, κοίταξε γύρω του, είδε τον προαστιακό σταθμό και σκέφτηκε: «Γιατί να γυρίσω πίσω; Μια χαρά είναι κι εδώ».
Ο Ρολφ αποφάσισε απλώς να μείνει στο Μιλάνο. Για τα επόμενα 11 χρόνια, έζησε ως άστεγος στους δρόμους της ιταλικής πόλης. Οι ντόπιοι στην περιοχή Μπατζίο τον αγάπησαν, του έδιναν φαγητό, τσιγάρα και ρούχα, ενώ ο ίδιος σύχναζε στις βιβλιοθήκες και απολάμβανε την απόλυτη ελευθερία του, μακριά από τις υποχρεώσεις που είχε στην Ελβετία. Στην πατρίδα του, οι αρχές τον είχαν κηρύξει επισήμως ως «αγνοούμενο», αλλά κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί πού βρισκόταν.
Η απίστευτη αυτή ιστορία έληξε τυχαία το 2004. Ο Ρολφ έπεσε στον δρόμο και έσπασε το πόδι του. Όταν μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο, οι γιατροί συνειδητοποίησαν ότι δεν είχε ιταλικά έγγραφα και ειδοποίησαν το προξενείο της Ελβετίας. Όταν οι αρχές τον βρήκαν, τον ενημέρωσαν ότι όλα αυτά τα χρόνια η ελβετική του σύνταξη μαζευόταν σε έναν τραπεζικό λογαριασμό και είχε γίνει πλέον πλούσιος! Ο Ρολφ επέστρεψε τελικά στην Ελβετία, μπήκε σε έναν οίκο ευγηρίας και δήλωσε σε συνέντευξή του ότι δεν μετάνιωσε ποτέ για εκείνη τη βόλτα στην τουαλέτα που του άλλαξε τη ζωή.


