Του Αλέξανδρου Καλλέργη
Η φρεγάτα «Κίμων» σαλπάρει για την Κύπρο, πλαισιωμένη από άλλα πλοία, με σκοπό την «υπεράσπιση ναυτικής βάσης». Η κυβέρνηση κάνει λόγο για σταθερότητα και στρατηγική παρουσία. Το ερώτημα όμως παραμένει αμείλικτο. Ποιανού τη σταθερότητα και ποιανού τη στρατηγική υπηρετούμε; Σε μια περίοδο που η Ανατολική Μεσόγειος θυμίζει πυριτιδαποθήκη, η Ελλάδα καλείται να προσφέρει στρατιωτική ομπρέλα σε μια γεωπολιτική σκακιέρα την οποία δεν ελέγχει. Και αυτό, χωρίς να έχει ακουστεί μια ουσιαστική δημόσια συζήτηση, χωρίς κοινοβουλευτική τεκμηρίωση, χωρίς καν ένας υπουργός να έχει ορίσει με σαφήνεια τι ακριβώς αναλαμβάνουμε να υπερασπιστούμε και με ποιο τίμημα.
Ήδη ρισκάρουμε υπερβολικά. Η χώρα φιλοξενεί κρίσιμες υποδομές στη Σούδα και αποτελεί μόνιμο κόμβο επιχειρήσεων τρίτων, μετατρέποντας την επικράτειά μας σε δυνητικό στόχο. Η Κρήτη, το Αιγαίο, ο νοτιοανατολικός αξόνας του ΝΑΤΟ —όλα αυτά λειτουργούν ήδη ως ζώνες ανάπτυξης δυνάμεων που δεν υπακούουν αποκλειστικά στην εθνική μας στρατηγική. Πόσο ακόμη θα τεντώσουμε το σχοινί της εμπλοκής; Κάποια στιγμή, το σχοινί κόβεται. Και τότε, κανείς δεν θα είναι εκεί να μαζέψει τα κομμάτια.
Εδώ αναδύεται το πιο κρίσιμο ερώτημα, αυτό που σπανίως τίθεται δημόσια. Ποιον ακριβώς σπεύδουμε να προστατεύσουμε; Τις ίδιες δυνάμεις που ιστορικά συνέβαλαν στη διαμόρφωση ενός κράτους εξαρτημένου από ξένες επιρροές; Τις δυνάμεις που ευνοήθηκαν από τη δολοφονία του Ιωάννη Καποδίστρια;
Ο πρώτος Κυβερνήτης επιχείρησε να οικοδομήσει ένα συγκροτημένο και αυτόνομο κράτος. Διοργάνωσε τη δημόσια διοίκηση, έθεσε τις βάσεις για εθνικό εκπαιδευτικό σύστημα, αντιστάθηκε στις πιέσεις των ξένων «προστατών» για παραχωρήσεις που θα υποθήκευαν την εθνική ανεξαρτησία. Μπορεί η ιστορική ευθύνη για τη δολοφονία του να βαραίνει ελληνικά χέρια, όμως η εποχή εκείνη ήταν σφραγισμένη από την αντιπαράθεση των Μεγάλων Δυνάμεων —του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας και της Ρωσίας— που διαγκωνίζονταν για επιρροή στη νέα μικρή χώρα. Ο Καποδίστριας πλήρωσε το τίμημα του εθνικού σχεδιασμού. Σήμερα, δύο αιώνες μετά, η Ελλάδα καλείται να υπερασπιστεί στρατιωτικές εγκαταστάσεις που εντάσσονται σε μια ξένη αρχιτεκτονική ισχύος. Είναι εύλογο να αναρωτηθεί κανείς αν η Ιστορία κάνει κύκλους και αν στέλνουμε δυνάμεις να περιφρουρήσουν τα συμφέροντα εκείνων που ιστορικά μας ήθελαν υπό κηδεμονία.
Ας θυμηθούμε τα γεγονότα χωρίς αυταπάτες. Το 1974, κατά την τουρκική εισβολή στην Κύπρο, οι Βρετανοί και οι λοιποί «σύμμαχοι» δεν έσπευσαν με φρεγάτες στο πλευρό μας. Οι βρετανικές βάσεις στο νησί παρέμειναν αδρανείς. Δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες εκτοπίστηκαν, εδάφη κατελήφθησαν, ο ελληνισμός του νησιού αποδεκατίστηκε —και κανένα νατοϊκό πλοίο δεν έκοψε τη θάλασσα για να τον υπερασπιστεί. Το 1996 στα Ίμια, η χώρα βίωσε οριακές στιγμές και η στήριξη ήρθε μόνο ως διαμεσολάβηση, με το ταπεινωτικό «no ships, no troops, no flags». Η απάντηση από την Ουάσιγκτον ήταν σαφής: η ελληνική κυριαρχία στο Αιγαίο ήταν ζήτημα που δεν άξιζε διπλωματικό κόστος. Τότε η Κύπρος και το Αιγαίο «κείτονταν μακράν» για τους προστάτες μας.
Γιατί τώρα η Κύπρος δεν κείται μακράν; Μήπως επειδή τώρα διακυβεύονται δικές τους εγκαταστάσεις και όχι η ελληνική κυριαρχία; Μήπως επειδή η νέα γεωπολιτική αρχιτεκτονική της Ανατολικής Μεσογείου —με τους ενεργειακούς αγωγούς, τις ναυτικές βάσεις, τις υποθαλάσσιες υποδομές δεδομένων— έχει ανεβάσει τους πόντους της περιοχής στα μάτια εκείνων που άλλοτε αδιαφορούσαν; Αν ναι, τότε η «προστασία» που μας ζητείται να προσφέρουμε είναι ουσιαστικά η ανάληψη κινδύνου εκ μέρους μας για την εξυπηρέτηση ξένων επενδύσεων και συμφερόντων.
Και είναι εδώ που ανακύπτει ένα ερώτημα που κανείς στην κυβέρνηση δεν φαίνεται πρόθυμος να θέσει δημόσια. Οι Ιρανοί δεν έχουν κανένα πρόβλημα με Έλληνες ή Κυπρίους. Η διένεξή τους είναι αποκλειστικά με τις αμερικανικές και βρετανικές βάσεις στην περιοχή. Αν όμως ένα ελληνικό πολεμικό πλοίο αντιληφθεί ο αντίπαλος ότι καλύπτει ή υπερασπίζεται τέτοιες εγκαταστάσεις, τότε μετατρέπεται αυτομάτως σε στόχο. Αξίζει να θυμίσουμε ότι το Ιράν έχει επιτύχει χτυπήματα σε πολύ πιο σοβαρά οπλικά συστήματα από μια φρεγάτα. Και να αναρωτηθούμε: τα πανάκριβα όπλα που αποκτήσαμε με μεγάλες στερήσεις του ελληνικού λαού, που χρηματοδοτήθηκαν με δανεικά και αποπληρώνονται με θυσίες κοινωνικού κράτους, αν εκληφθούν ως απειλή και καταστραφούν, ποιος θα πληρώσει το κόστος; Και αν υπάρξουν ανθρώπινες απώλειες —νέοι Έλληνες αξιωματικοί και ναύτες— αυτές θα είναι πλέον ανυπολόγιστες.
Την ίδια στιγμή, στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η ιστορία διδάσκει πως κάθε εσωτερική πολιτική κρίση συνοδεύεται συχνά από μια εξωτερική ένταση. Η θεωρία της «εξαγωγής κρίσης» δεν αποτελεί συνωμοσιολογία. Υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία στη διεθνή πολιτική επιστήμη που τεκμηριώνει πώς ηγέτες και κυβερνήσεις, όταν αντιμετωπίζουν εσωτερικές πιέσεις, στρέφονται σε εξωτερικές πρωτοβουλίες για να συσπειρώσουν κοινή γνώμη και να αποπροσανατολίσουν τον πολιτικό διάλογο. Όταν η αμερικανική πολιτική σκηνή κλονίζεται από αποκαλύψεις και σκάνδαλα, όπως αυτό του Επστάιν που επανέρχεται στο προσκήνιο με νέα ντοκουμέντα και νέους πρωταγωνιστές, η επίδειξη ισχύος στο εξωτερικό λειτουργεί συσπειρωτικά. Η Ανατολική Μεσόγειος μετατρέπεται ξανά σε πεδίο επίδειξης ισχύος για να μετατοπιστεί το ενδιαφέρον από τα εγχώρια αδιέξοδα. Και η Ελλάδα, στη γωνία της σκακιέρας, καλείται να παίξει τον ρόλο του χρήσιμου πιονιού.
Και η Ελλάδα; Επιλέγει τον ρόλο του «πρόθυμου εταίρου», χωρίς ουσιαστική δημόσια συζήτηση και χωρίς καθαρή αποτίμηση του ρίσκου. Μια χώρα που παλεύει με δημογραφικό πρόβλημα, με ένοπλες δυνάμεις υπό πίεση λόγω υποχρηματοδότησης και με εκατοντάδες χιλιόμετρα θαλάσσια σύνορα να παρακολουθεί, καλείται να εκτείνει την παρουσία της πολύ πέρα από τα εθνικά της πλαίσια. Κάθε πλοίο που στέλνεται αλλού είναι ένα πλοίο λιγότερο στο Αιγαίο. Κάθε αποστολή που αναλαμβάνεται για λογαριασμό τρίτων είναι μια αποστολή που δεν εκπληρώνεται για εθνικούς σκοπούς.
Η Κύπρος είναι αναπόσπαστο κομμάτι του Ελληνισμού και της ιστορικής μας ευθύνης. Αυτό δεν τίθεται εν αμφιβόλω. Όμως άλλο η στήριξη της Κυπριακής Δημοκρατίας, άλλο η αλληλεγγύη προς τον ελληνισμό του νησιού, και άλλο η ανάληψη ρόλου «χωροφύλακα» σε ένα παιχνίδι τρίτων στο οποίο δεν καθόμαστε καν στο τραπέζι των αποφάσεων. Υπερασπίζεσαι αυτό που σου ανήκει. Δεν αναλαμβάνεις το κόστος για αυτό που ανήκει σε άλλους.
Η αποστολή της φρεγάτας «Κίμων» είναι μια βαθιά συμβολική και ουσιαστική επιλογή που οφείλει να απαντήσει σε ένα κεντρικό ερώτημα, ξεκάθαρα και δημόσια. Υπηρετεί την εθνική μας ασφάλεια ή τη στρατηγική ανάγκη εκείνων που μας θυμούνται μόνο όταν καίγεται το δικό τους σπίτι; Διότι αν η απάντηση είναι η δεύτερη, τότε δεν στέλνουμε πλοίο. Στέλνουμε μήνυμα: ότι η Ελλάδα είναι διαθέσιμη, προσιτή και πρόθυμη —όρους που κανένας εθνικός στρατηγικός σχεδιασμός δεν θα έπρεπε ποτέ να αποδέχεται.
Ελπίζω όταν τελειώσει ο κόσμος να μην είναι χειρότερος από πριν…




