flamis.gr

«Η Ελλάδα σού σκίζει το διαβατήριο για τα όνειρά σου»

Kid Moxie: Η συνθέτρια και μουσικός μιλά για τη ζωή και τη δημιουργία στη γη του κινηματογράφου

Στο blog «It’s my blender» της Μαρίας Μαρκουλή διαβάζουμε την ανταπόκριση της Γιώτας Μιχαλοπούλου από το Λος Αντζελες: «Η νύχτα της πρωταπριλιάς του 2015 στο Λος Αντζελες ήταν από τις βραδιές που συζητήθηκαν στην Πόλη των Αγγέλων. Επί σκηνής, στο Θέατρο του Ace Hotel (downtown L.Α.) περίπου χίλιοι εξακόσιοι θεατές είδαμε να περνούν από μπροστά μας πάνω από 35 χρόνια μουσικής και κινηματογράφου όπως τα οραματίστηκε και τα δημιούργησε ο David Lynch για την επέτειο των δέκα ετών από την ίδρυση του David Lynch Foundation». Ανάμεσα στους συμμετέχοντες ήταν ο Αντζελο Μπανταλαμέντι, συνθέτης του οπτικού σύμπαντος του Ντέιβιντ Λιντς. Οπως συνεχίζει η ανταπόκριση: «…το κινηματογραφικό ταξίδι στον ατμοσφαιρικό και μυστηριακό κόσμο του ιδιόμορφου σκηνοθέτη συνεχίστηκε με το «Blue Velvet» και το «Mysteries of Love», σε ένα visual adaptation ονειρικό και αναπάντεχο. Ο Angelo Badalamenti θέλησε να το ρετουσάρει και επέλεξε τη φωνή της Kid Moxie (κατά κόσμον Ελενας Χαρμπίλα) που συνεργάστηκε με το David Lynch Foundation για τη δημιουργία του βίντεο».

Η βραδιά του 2015 σίγουρα διαφέρει από την προχθεσινή του 2020 όπου συναντιόμαστε με την Ελενα Χαρμπίλα στο Zoom. Η Kid Moxie βρίσκεται στη Βουλιαγμένη, αλλά η επαγγελματική της ζωή έχει βάση το Λος Αντζελες και συνεχίζει να δουλεύει στο ψηφιακό περιβάλλον τη μουσική της, τα βίντεο και τα τραγούδια της.

Η ίδια τα εντάσσει στην «κινηματογραφική ποπ». Προσωπικά τα εισπράττω ως ατμόσφαιρες ονείρου με κατευναστικές ιδιότητες. Γαλήνιο το πρόσωπο της Ελενας μέσα από την οθόνη του υπολογιστή, φωτεινό το χαμόγελό της, μαλακή η φωνή της και ακόμα πιο ήρεμα τα χέρια της όταν αγκαλιάζουν την κούπα με το τσάι της. Είναι αυτό που ορίζεται αυτοέλεγχος ή πιο απλά κρυφή δύναμη. Γιατί η Kid Moxie με τη φωνή αερικού έφυγε από την Ελλάδα για την Αμερική το 2004, αφού τελείωσε στο Λονδίνο κινηματογραφικές σπουδές και συνέχισε με σπουδές θεάτρου στο Σαν Φρανσίσκο, αναζητώντας στο Λος Αντζελες τη μουσική.

Και εκεί, στη γη του κινηματογράφου, κατάφερε να ασχολείται επαγγελματικά με τη σύνθεση και τη μουσική περφόρμανς. Μάλιστα η πιο πρόσφατη συνεργασία της την οδήγησε στο περιβάλλον των video games και στο πολυαναμενόμενο παιχνίδι της δεκαετίας, το «Cyberpunk 2077». Σε αυτό όπου ο Κιάνου Ριβς περιπλανιέται στη Νυχτερινή Πόλη. Και σε ορισμένες γωνιές της οποίας τα ηχητικά τοπία που τον συνοδεύουν δημιουργήθηκαν από την Kid Moxie.

Η ίδια υπογράφει και το σάουντρακ στη βραβευμένη μαύρη κωμωδία «Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό» του Γιώργου Γεωργόπουλου, συμμετέχοντας και στο καστ των ηθοποιών. Η διασκευή της μάλιστα για το «Big in Japan», που συμπεριλαμβάνεται στο soundtrack της ταινίας, κατέκτησε το τοπ 10 των αμερικανικών charts και των διεθνών επιτυχιών της Apple Music.

Πότε ξεκίνησε η σχέση σου με τη μουσική;

Είχα αρχίσει πολύ μικρή μαθήματα πιάνου και κλασικής μουσικής. Το ψιλο-μίσησα γύρω στα 12 όταν έπρεπε να πάρω στα σοβαρά τις σπουδές κλασικής μουσικής. Αρχισα να ζηλεύω τον αδελφό μου που ήταν ντράμερ και να νιώθω ότι ήθελα κάτι πιο έντονο, που να ταιριάζει στα τότε κυβικά μου. Μου έδειξε εκείνος να παίζω ντραμς, ξεκίνησα να μαθαίνω και μπάσο. Και παρέμεινε το όργανο που παίζω πιο πολύ στα live. Αλλά το πιάνο και το συνθεσάιζερ είναι το όργανο στο οποίο γράφω τώρα μουσική.

Γιατί ειδικά στην Αμερική;

Ηθελα να φύγω μακριά από την Ελλάδα γιατί πίστευα κι ακόμα πιστεύω ότι αυτό που ήθελα δεν μπορούσα να το κάνω εδώ. Δεν είναι θέμα Ελλάδας, αλλά οπουδήποτε εκτός Λος Αντζελες δεν έχεις τις ευκαιρίες που σου δίνει το συγκεκριμένο μέρος. Μετά τις θεατρικές σπουδές στο Σαν Φρανσίσκο άρχισα να παίζω σε μπάντες ροκ, γκοθ. Αργότερα σκέφτηκα να γράφω και να λέω τα δικά μου κομμάτια. Δεν το είχα πάρει στα σοβαρά για να κάνω καριέρα και να βγάλω λεφτά. Απλά μου άρεσε να το κάνω για εμένα.

Είναι ωραίο να έχεις την ελευθερία να δοκιμάζεις τις επιθυμίες σου και να σε βοηθάει το γύρω περιβάλλον.

Από μικρή ένιωθα ότι αυτό που θα με μελαγχολούσε ανεπανόρθωτα θα ήταν να μην πάρω στα σοβαρά τα όνειρά μου. Οπότε σκέφτηκα να κάνω την προσπάθειά μου και να τα κυνηγήσω για να δω τι κρύβεται πίσω από αυτή την πόρτα. Φανταζόμουν ότι κρύβονταν διάφορα. Και ακόμη κρύβονται.

Σε έδεσε το θέατρο με τη μουσική;

Από μικρή έπαιζα και συνεχίζω να παίζω σε διάφορα πρότζεκτ, αλλά δεν εστιάζω στην ηθοποιία. Δεν έχω το πεπρωμένο στα χέρια μου όπως το έχω με τη μουσική. Δηλαδή δεν νιώθω ότι εγώ το χτίζω. Το χτίζει κάποιος άλλος ο οποίος αν θέλει θα μου δώσει μια δουλειά. Ε, δεν μπορούσα να αφήσω αυτόν τον έλεγχο έξω από τον εαυτό μου, οπότε με τη μουσική αισθανόμουν ότι το ήλεγχα. Ετσι λοιπόν σπούδαζα θέατρο, έπαιζα σε ταινίες και σε διαφημίσεις και αυτό με κράτησε στην Αμερική. Το θέατρο μου έδωσε άδεια εργασίας και μέσα σε αυτόν τον χώρο βρήκα τον ατζέντη μου. Ομως αισθανόμουν ότι δεν με γέμιζε να περιμένω την έγκριση κάποιου για να συνεχίσω. Η μουσική λοιπόν ήταν συμπληρωματική σε μια καριέρα ηθοποιού που είναι πολύ δύσκολη στην Αμερική.

Πώς αντιμετώπισες το να είσαι μόνη σου σε κάτι τόσο καινούργιο και άγνωστο;

Ηταν ό,τι πιο συναρπαστικό είχα νιώσει. Δεν έχει αλλάξει, ακόμη και μετά από 15 χρόνια που πηγαινοέρχομαι Αθήνα – Λος Αντζελες. Πάντα επιστρέφω εκεί με την ίδια χαρά ότι είμαι σε μια τεράστια πόλη μόνη μου. Κοιτάζω τα κτίρια και νιώθω ότι είμαι πάρα πολύ μακριά από ό,τι ξέρω και από ό,τι μου έχει δώσει ασφάλεια. Αυτή η αίσθηση της γεωγραφικής απόστασης σου δίνει μεγάλη ελευθερία. Αυτό από μόνο του σε αλλάζει.

Ποιος σου ανοίγει πόρτα σε ένα κοινό;

Μου πήρε καιρό. Είναι μεγάλη διαδικασία να ανοίξεις αυτές τις πόρτες. Σε κάποια πράγματα ήμουν τυχερή, σε άλλα όχι τόσο. Είναι πολλές οι αποτυχίες που εισπράττει κανείς για να καταφέρει να έχει μία επιτυχία σε εκείνο το μέρος… Πρέπει να συνηθίσεις την απόρριψη και να μην το παίρνεις προσωπικά ότι ενώ προσπαθείς για κάτι, αυτό δεν σου δίνεται. Είναι μια άσκηση του νευρικού συστήματος. Μετά από ένα διάστημα δεν με αφορούσε ό,τι άσχημο συνέβαινε. Είχα γίνει λίγο ρομπότ. Ακόμα είμαι σαν ρομπότ. Μετά από πολλά «χαστούκια» μουδιάζεις, συνέρχεσαι και συνεχίζεις.

Πώς τη νιώθεις τη δική σου μουσική; Ποια είναι η δική σου υπογραφή στον ήχο;

Το ονομάζω «κινηματογραφική ποπ». Ενώ έχει τη δομή ηλεκτρονικού ποπ κομματιού, ταυτόχρονα η ατμόσφαιρα είναι σημαντική. Δεν έχουν τόση σημασία οι στίχοι όσο η μουσική και το συναίσθημα. Γι’ αυτό μου αρέσει πολύ η συγγραφή ενός σάουντρακ. Η μουσική μου έχει πάντα να κάνει με την εικόνα. Αν δεν γράφω συγκεκριμένα ένα σάουντρακ, τα κομμάτια που γράφω είναι για σκηνές που παίζονται στο μυαλό μου. Πάντα συνδέονται με κάτι οπτικό. Δεν είναι πειραματική, δεν είναι Φρανκ Ζάπα, Τζον Κέιλ. Με ενδιαφέρει να μπορεί να εισχωρήσει κάποιος μέσα σε αυτήν. Δεν θέλω να κάνω μουσική για να την ακούω μόνο εγώ και δέκα άνθρωποι».

Η πανδημία σε δυσκολεύει στο ότι δεν γίνονται live εκδηλώσεις μουσικής;

Για μένα η μουσική είναι μοναχική συνθήκη. Τα live μου είναι πολύ συγκεκριμένα, οπότε δεν με καθορίζουν στη δημιουργία της μουσικής. Ευτυχώς δεν επηρεάζομαι γιατί δεν χρειάζεται να έχω κόσμο γύρω μου. Επίσης η δημιουργία μου δεν εξαρτάται γεωγραφικά από το Λος Αντζελες, την Αθήνα ή τις Μαλδίβες. Αν είμαι καλά ψυχολογικά, το τι κουβαλάω μέσα μου μπορώ οπουδήποτε να το γράψω. Ολες οι σκηνές και τα τοπία τα έχω μέσα μου. Είμαι ανεξάρτητη σε σχέση με τον τόπο.

Και το «μικροκλίμα» των ανθρώπων πώς σε επηρεάζει;

Η Ελλάδα σού σκίζει το διαβατήριο για τα όνειρά σου. Νομίζω ότι το νιώθουμε όλοι μας, όσοι θέλουμε να δημιουργούμε. Εκτός αν είσαι του ελληνικού ρεπερτορίου, αν είσαι «μπουζούκι», οπότε μιλάμε για διαφορετική καριέρα και μπορεί και συμβαίνει εδώ. Από την άλλη πλευρά, πιστεύω πολύ στο ελληνικό σινεμά της τελευταίας δεκαετίας. Εχει βγει μία πρωτοποριακή ματιά, μερικές φορές μου φαίνεται λίγο αυτιστική η προσέγγιση, αλλά έχει ταυτότητα. Υπάρχει δηλαδή μια ψυχρότητα συναισθήματος ως αντίσταση στο ελληνικό ταπεραμέντο. Το αντίθετο του μελοδράματος. Τα πιο βάναυσα σκηνικά εκτυλίσσονται με τρόπο αυτιστικά κωμικό. Υπάρχει δράση και όχι δράμα. Μπορεί να συμβαίνει κάτι άσχημο και αυτό να μην αντανακλάται στο πρόσωπό σου. Ανάλογα με την ψυχοσύνθεσή του, μπορεί κάποιος να το θεωρεί ρεαλιστική προσέγγιση. Ανήκω σε αυτούς που βλέπουν το νέο ελληνικό σινεμά ως ρεαλιστικό.

Το σάουντρακ που δημιούργησες στην ταινία του Γιώργου Γεωργόπουλου βγαίνει σε μια ιδιαίτερα ξεχωριστή εταιρεία…

Το «Not To Be Unpleasant, But We Need To Have Α Serious Talk» ή «Δεν θέλω να γίνω δυσάρεστος, αλλά πρέπει να μιλήσουμε για κάτι πολύ σοβαρό» είναι η πρώτη ελληνική ταινία της οποίας το σάουντρακ βγάζει η Lakeshore. Ο ψηφιακός κατάλογος αυτής της εταιρείας περιλαμβάνει τα διάσημα soundtracks για τα «Stranger Things», «The Rise Of The Synths» και «Drive». Είναι η εταιρεία με τις πιο δημοφιλείς σύγχρονες κινηματογραφικές μουσικές.

Αν βάζαμε χρώμα στη μουσική σου θα απέδιδε με θερμά ή ψυχρά χρώματα;

Με θερμά. Μου αρέσει να υπάρχει θερμότητα και στον ήχο και στην εικόνα, γιατί είναι αυτό που σε καλεί. Αν βλέπω κάτι συναισθηματικά θερμό, είτε είναι άνθρωπος είτε είναι εικόνα, με προσκαλεί να μπω μέσα του.

ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ ΝΕΑ

Comments are closed.