Στα 54 του χρόνια ο Γιώργος Μαζωνάκης έφυγε από τη ζωή από ανακοπή, έχοντας χαράξει μια σημαντική διαδρομή στην ελληνική μουσική σκηνή. Ο τραγουδιστής, δύο μόλις μήνες πριν τον θάνατό του, είχε παραχωρήσει μία εφ’ όλης της ύλης τηλεοπτική συνέντευξη, η οποία έμελλε να είναι και η τελευταία του.
Σε αυτήν, είχε αναφερθεί στις δύσκολες περιπέτειες που είχε βιώσει τον τελευταίο χρόνο. Ο εγκλεισμός του στο Δρομοκαΐτειο, τον Αύγουστο του 2025, η σχέση του με την οικογένειά του, η συνεργασία του με την αδερφή του, Βάσω, και η καταγγελία σε βάρος του για ασέλγεια ήταν μερικά μόνο από τα θέματα για τα οποία είχε μιλήσει στην εκπομπή «Τετ Α Τετ», τον περασμένο Ιούλιο. Παρά τις δυσκολίες με τις οποίες είχε έρθει αντιμέτωπος, ο Γιώργος Μαζωνάκης πίστευε ότι «ο Θεός σου δίνει αυτά που αντέχεις».
Δείτε τη συνέντευξή του

Αρχικά, ο Γιώργος Μαζωνάκης είχε μιλήσει για τον εγκλεισμό του στο Δρομοκαΐτειο μετά από εντολή της οικογένειάς του, με τον ίδιο να λέει: «Αυτός ο χρόνος ήταν περιπετειώδης, μπορώ να πω. Φρόντισα να πάρω τα καλά στοιχεία που δίνει η κάθε κακή κατάσταση. Έμαθα να μιλάω όποτε θέλω εγώ να μιλάω, όχι όποτε θέλουν οι άλλοι. Είναι μία τακτική που απέκτησα με τα χρόνια. Είμαι από τους ανθρώπους που θέλω να εξηγώ μία κατάσταση με γεγονότα και να έχω το μυαλό μου από μακριά, όχι σε θυμό και νεύρα, να παίρνω την απόστασή μου. Δεν παρακολούθησα τίποτα απ’ ό,τι έλεγαν. Για πολλά χρόνια η έκθεση μού έφερνε τρόμο, από εκεί και μετά από την εμπειρία κατάλαβα ότι είναι πιο καλή η ησυχία. Αν κάποιος με έπαιρνε τηλέφωνο και μου έλεγε να ανοίξω την τηλεόραση γυρνούσα πλευρό και κοιμόμουν».
«Η Βάσω δεν ήταν manager μου, ήταν συνεργάτης, πάντα τις αποφάσεις τις έπαιρνα εγώ. Αυτό άλλαξε πριν πολλά χρόνια. Είμαι ένας άνθρωπος που για να πάρω μία απόφαση πρέπει να δω μία κατάσταση από όλες τις πλευρές. Περάσαμε από πολλές κουβέντες για να καταλάβω ότι δεν μπορούμε να συνεργαστούμε άλλο. Τον τελευταίο χρόνο αυτό έγινε έντονο από τη μεριά της οικογένειας, όχι από εμένα. Τα πράγματα άρχισαν να γίνονται περίεργα όταν είχαμε μία διαφωνία με ένα ακίνητο. Η Βάσω είχε το πληρεξούσιο, δεν ήταν καλυμμένη νομικά. Άρχισε ο χορός του παραλόγου, ούτε με την μία πλευρά ούτε με την άλλη. Άρχισε να γίνεται ένα χάος και έπρεπε σιγά σιγά να ξεμπερδεύουμε τον κόμπο».
«Για να μην το φέρω τόσο μεγάλο, ήμουν το όνομα της οικογένειας. Κάθε παιδί θα βοηθούσε την οικογένειά του οικονομικά, όπως και η οικογένειά μου στο παρελθόν. Με ακολουθούσαν παντού, με στήριζαν. Τα πράγματα τα θεωρώ πιο απαλά σήμερα. Δεν θεώρησα ποτέ ότι ο εαυτός μου είναι ο υπέρτατος, ο μοναδικός. Πιο πολλές φορές τον εαυτό μου τον υποβίβαζα».
Μιλώντας για τα όσα συνέβησαν με την οικογένειά του, είχε ξεκαθαρίσει:
«Θεωρώ ότι 100% ότι έχω μερίδιο ευθύνης σε ό,τι έγινε με την οικογένειά μου. Ανακάλυψα πολλά πράγματα μέσα από αυτό που δεν ήμουν. Χίλια δυο πράγματα που τα υιοθέτησα που δεν είναι δικά μου. Πρέπει να δούμε τον εαυτό μας απ’ έξω. Βίωσα πολλές πιεστικές καταστάσεις. Δεν αντιδρούσα ποτέ, είχα μία ευγένεια που μπορούσε να με καταστρέψει. Καθόμουν εκεί μέχρι να αλλάξει από μόνο του το πράγμα. Αν μου έλεγε κάποιος πριν χρόνια ότι δεν θα μιλούσα με την οικογένεια θα του έλεγα ότι δεν περνούσε ποτέ από το μυαλό μου. Μερικές φορές θεωρώ ότι θα με τσιμπήσεις και θα ξυπνήσω.
Ερχόντουσαν στο σπίτι μου χωρίς να τους καλέσουν. ερχόντουσαν όχι για να τα βρούμε, για να μου πουν ότι αυτά που λέω δεν ισχύον. Κάποιες στιγμές η οικογένεια άρχισε να γκρεμίζεται μέσα μου. Είμαι ένας άνθρωπος της οικογένειας. Το αίμα γίνεται νερό. Νομικά το θέμα δεν έχει ξεκινήσει ακόμα, θα ξεκινήσω να κινούμαι νομικά. Ισχύει η αγωγή του 1.000.000 για τον ακούσιο εγκλεισμό.Σαν άνθρωπος φυσικά θα σκέφτομαι το παρελθόν με το παρόν, παλεύουμε για να ζούμε το τώρα. Έχει να κάνει με τη διαχείριση του πράγματος. Μου έλεγαν να μην κάνω δουλειές με συγγενείς, αλλά τα άκουγα λίγο κλισέ. Έχασα χρήματα, μπαίνουν κι άλλοι συνεργάτες, όχι μόνο η οικογένεια, χάθηκαν όλα αυτά, και οι άνθρωποι και τα χρήματα και όλα».


