Ο κινηματογράφος ήρθε ορμητικά στην Ελλάδα. Ήταν φτηνότερος από το θέατρο και ως νέο είδος λατρεύτηκε από τους θεατές που έγιναν… κινηματογραφόφιλοι. Τα παιδιά ήταν οι καλύτεροι πελάτες του. Ο Σαρλό τους χάριζε γέλιο που δεν μπορούσαν να βρουν στο θέατρο κι οι μεγαλύτεροι απολάμβαναν δράση με τους αστυνομικούς να κυνηγούν στους κακούς και άφθονο πιστολίδι. Τέτοιες σκηνές, κωμικές ή δράσης δεν μπορούσαν να παρουσιαστούν σε μια ζωντανή παράσταση.
Βρισκόμαστε στα 1924. Στη γωνία της Γ’ Σεπτεμβρίου με τη Χαλκοκονδύλη λειτουργεί ο κινηματογράφος Πανόραμα. Η μεγάλη χωρητικότητά του δίνει τη δυνατότητα να βάλει φτηνό εισιτήριο. Με 2,5 δραχμές έβλεπες την ταινία από τον εξώστη και με 3,5 από την πλατεία.
Ήταν Δευτέρα 19 Οκτωβρίου έχουν προγραμματιστεί τρεις βουβές ταινίες: Διάβολοι του βορρά, αστυνομικό δράμα, Οι Καπετάνισσες, περιπέτεια και στο τέλος κωμωδία με τον Σαρλό.
Ο κινηματογράφος γεμάτος, ασφυκτικά στην απογευματινή παράσταση. Κι όπως συνήθιζαν τότε έκοβαν και παραπάνω εισιτήρια. Απ’ έξω ουρά για την επόμενη προβολή. Μόνο που αυτή δεν έγινε.

Την ώρα που η μεγάλη οθόνη έδειχνε τους αστυνομικούς να έχουν περικυκλώσει μια καλύβα κι όλοι περιμένουν να αρχίσει το πιστολίδι ακούγεται μια φωνή:
Φωτιά, καιγόμαστε…
Επικράτησε πανικός. Ο κόσμος έτρεξε προς την έξοδο. Κι εκεί έγινε το μοιραίο. Από τον συνωστισμό τσαλαπατήθηκαν εκατοντάδες άνθρωποι. Τα περισσότερα ήταν παιδιά αφού ως πιο αδύναμα δεν μπορούσα να σταθούν όρθια από το τρομαγμένο πλήθος.

Στον κινηματογράφο δεν ήταν απλά υπεράριθμοι, αλλά ακριβώς οι διπλάσιοι, κάπου χίλια άτομα ενώ η άδεια ήταν για πεντακόσια. Επιπλέον οι πόρτες κινδύνου ήταν κλειστές γιατί από εκεί έμπαιναν λαθραία θεατές, κυρίως παιδιά.
Όταν έφθασαν οι αστυνομικοί δεν μπορούσαν να μπουν στον κινηματογράφο. Υπήρχαν πεσμένοι, άλλοι νεκροί, άλλοι τραυματίες. Γκρέμισαν έναν διπλανό τοίχο για να τα καταφέρουν.
Οι νεκροί έφθασαν τους τριάντα, παιδιά στην συντριπτική τους πλειοψηφία. Οι τραυματίες περισσότεροι από εκατό. Κοντά υπήρχαν δύο νοσοκομεία, η Πολυκλινική στην Ομόνοια και το Πολιτικό Νοσοκομείο, το σημερινό Ελπίς που τότε στεγαζόταν στην οδό Ακαδημίας, εκεί που βρίσκεται σήμερα το Πνευματικό Κέντρο του Δήμου Αθηναίων. Μεταφέρθηκαν με κάθε μέσο, ακόμα και με σούστες, τα ασθενοφόρα ήταν είδος εν ανεπαρκεία.

Πριν στεγνώσει το δάκρυ για τους νεκρούς άρχισε το γνωστό γαϊτανάκι αποποίησης ευθυνών. Υπουργός Εσωτερικών ήταν ο στρατηγός Γεώργιος Κονδύλης. Είχε υψηλές φιλοδοξίες και έπρεπε να πετάξει από πάνω του κάθε σκιά. Θυσίασε τον Αστυνομικό Διευθυντή Αθηνών που θεώρησε υπεύθυνο για τους υπεράριθμους.

Μόνο που αυτός πριν μετατεθεί έδειξε μια… σύσταση προηγούμενου υπουργού που καλούσε τα αστυνομικά όργανα να μην κάνουν αυστηρούς ελέγχους σε αυτές τις περιπτώσεις επειδή το κράτος εισέπραττε φόρο με τα έσοδα να αυξάνονται από υπεράριθμα εισιτήρια!
Το ίδιο το κράτος δηλαδή κέρδιζε από τα ρίσκα που έπαιρναν οι ιδιοκτήτες βάζοντας σε κίνδυνο ακόμα και τη ζωή των ανυποψίαστων θεατών!

Η έρευνα έδειξε ότι δεν υπήρξε φωτιά στον κινηματογράφο. Κάποιος έκανε φάρσα που αποδείχτηκε τραγική. Πολλοί πάντως από τους θεατές, ένδειξη του πανικού, ιδίως παιδιά που τραυματίστηκαν διαβεβαίωναν ότι είδαν την οθόνη στις φλόγες. Μόνο που αυτό δεν συνέβη.
Πέρασε στα ψιλά μια δήλωση των ιδιοκτητών του κινηματογράφου των Κ. Σαμαρτζή και Α. Χαλκιόπουλου που απέδωσαν την τραγωδία σε σαμποτάζ ανταγωνιστών. Ο κινηματογράφος τους ήταν μεγάλος κι έκανε… ζημιά με το φτηνό εισιτήριο στους ανταγωνιστές.
Ποτέ δεν έμαθε κανείς τι έγινε. Όπως συμβαίνει συχνά σε τραγωδίες όλοι τον πρώτο καιρό αναζητούν τους ενόχους. Έπειτα έρχονται οι ανακρίσεις που δεν βγάζουν άκρη και στο τέλος ο φάκελος κλείνει.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση ο φάκελος έκλεισε νωρίτερα. Δευτέρα έγινε η τραγωδία, Σάββατο λειτουργούσε και πάλι!
- Η κεντρική φωτογραφία είναι μεταγενέστερη της δεκαετίας του ‘50 όταν και πάλι ο κινηματογράφος έχει καεί.


