Με την αγορά ηλεκτρικής ενέργειας να καταγράφει νέα μεγάλη άνοδο στις χονδρεμπορικές τιμές, ο Νοέμβριος προδιαγράφεται ιδιαίτερα δύσκολος για τα νοικοκυριά που έχουν επιλέξει κυμαινόμενα τιμολόγια. Η αύξηση του κόστους παραγωγής και η περιορισμένη συμμετοχή των ανανεώσιμων πηγών ενισχύουν τις ανησυχίες για ακριβότερο ρεύμα, την ώρα που πλησιάζει η περίοδος αυξημένων αναγκών θέρμανσης.
Εως τώρα, ο Οκτώβριος κατέγραψε μέχρι στιγμής άνοδο μεγαλύτερη του 10% σε σχέση με τον Σεπτέμβριο, δημιουργώντας συνθήκες πίεσης ενόψει της ανακοίνωσης των νέων τιμολογίων.
Ωστόσο, η αύξηση στη χονδρική δεν συνεπάγεται αυτομάτως αντίστοιχη ανατίμηση σε κάθε λογαριασμό. Το τελικό κόστος θα εξαρτηθεί από το πρόγραμμα ηλεκτροδότησης, την τιμολογιακή πολιτική του παρόχου και την κατανάλωση κάθε νοικοκυριού.
Το κόστος για τα νοικοκυριά και τα τιμολόγια που επηρεάζονται
Οι καταναλωτές με πράσινα και κίτρινα τιμολόγια βρίσκονται περισσότερο εκτεθειμένοι στις μεταβολές της αγοράς.
Στα πράσινα προγράμματα, οι προμηθευτές δημοσιοποιούν τις χρεώσεις την πρώτη ημέρα κάθε μήνα. Επομένως, η 1η Νοεμβρίου 2026 θα αποτελέσει καθοριστική ημερομηνία για την αποτύπωση των πιθανών αυξήσεων.
Στα κίτρινα τιμολόγια, η επιβάρυνση εξαρτάται από τον τρόπο υπολογισμού της κυμαινόμενης τιμής που προβλέπει κάθε σύμβαση.
Διαφορετική είναι η εικόνα για τους καταναλωτές με μπλε, σταθερά συμβόλαια, καθώς η συμφωνημένη τιμή προμήθειας παραμένει αμετάβλητη κατά τη συμβατική περίοδο.
Για να γίνει κατανοητό το πιθανό κόστος, μια αύξηση της χρέωσης κατά 0,02 ευρώ ανά κιλοβατώρα θα σήμαινε πρόσθετη επιβάρυνση 6 ευρώ για κατανάλωση 300 kWh, 10 ευρώ για 500 kWh και 16 ευρώ για 800 kWh.
Σε ένα νοικοκυριό που καταναλώνει 1.000 kWh μηνιαίως, η επιπλέον χρέωση θα έφτανε τα 20 ευρώ.
Εάν η ανατίμηση διαμορφωνόταν στα τέσσερα λεπτά ανά κιλοβατώρα, τα παραπάνω ποσά θα διπλασιάζονταν.
Πρόκειται για ενδεικτικούς υπολογισμούς και όχι για προβλέψεις των τελικών τιμολογίων, καθώς δεν περιλαμβάνουν φόρους και υπόλοιπες χρεώσεις.
Γιατί εκτοξεύθηκε η χονδρεμπορική τιμή
Η νέα ενεργειακή πίεση δεν οφείλεται σε έναν μόνο παράγοντα, αλλά σε έναν συνδυασμό εξελίξεων που επηρεάζουν την Ελλάδα και τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το φυσικό αέριο, με την τιμή του να κινείται μεταξύ 80 και 90 ευρώ ανά μεγαβατώρα, αυξάνοντας το κόστος των μονάδων ηλεκτροπαραγωγής που χρησιμοποιούν το συγκεκριμένο καύσιμο.
Εξίσου σημαντική είναι η μεταβολή της παραγωγής από ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Στις 14 Οκτωβρίου, όταν οι ΑΠΕ συμμετείχαν στην ηλεκτροπαραγωγή με 66,41%, η μέση χονδρεμπορική τιμή είχε διαμορφωθεί στα 138,95 ευρώ ανά μεγαβατώρα.
Αντίθετα, στις 20 Οκτωβρίου, η συμμετοχή τους υποχώρησε στο 42,84%, ενώ η τιμή εκτινάχθηκε.
Η εικόνα επιβαρύνεται επίσης από τη μειωμένη υδροηλεκτρική και πυρηνική παραγωγή σε χώρες της ευρύτερης περιοχής, λόγω ξηρασίας και προβλημάτων συντήρησης ή λειτουργίας εγκαταστάσεων.
Πρόσθετη πίεση δημιουργεί και το αυξημένο κόστος δικαιωμάτων εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, που καθιστά ακριβότερη την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας από ορυκτά καύσιμα.
Το ενδεχόμενο κρατικής παρέμβασης και οι επόμενες κινήσεις
Η νέα άνοδος επανέφερε στο προσκήνιο τη συζήτηση για μέτρα οικονομικής στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων.
Οι δημοσιονομικές δυνατότητες εξετάζονται, ενώ η ελληνική πλευρά επιδιώκει μεγαλύτερη ευελιξία σε ευρωπαϊκό επίπεδο για την αντιμετώπιση των ενεργειακών επιβαρύνσεων.
Προς το παρόν, πάντως, δεν έχει ανακοινωθεί νέα οριζόντια επιδότηση ηλεκτρικού ρεύματος.
Μέχρι να δημοσιοποιηθούν οι τιμές του Νοεμβρίου, οι καταναλωτές μπορούν να εξετάσουν το κόστος της κιλοβατώρας, το μηνιαίο πάγιο και τις προϋποθέσεις χορήγησης εκπτώσεων.
Η σύγκριση διαφορετικών συμβολαίων αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς δύο νοικοκυριά με παρόμοια κατανάλωση μπορεί να επιβαρύνονται διαφορετικά.
Με τον χειμώνα να πλησιάζει, το βασικό ερώτημα είναι κατά πόσο η εκτόξευση της χονδρικής θα αποτυπωθεί στους επόμενους λογαριασμούς, προσθέτοντας νέες πιέσεις στον οικογενειακό προϋπολογισμό.


