Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εκφράζει έντονη ανησυχία για την ταχεία αύξηση των εισαγωγών κινεζικών προϊόντων στην ευρωπαϊκή αγορά, προειδοποιώντας ότι σχεδόν το ένα τέταρτο των εισαγωγών της ΕΕ παρουσιάζει πλέον ρυθμούς που χαρακτηρίζονται ασυνήθιστα υψηλοί.
Το θέμα τέθηκε την 1η Οκτωβρίου στην επιτροπή Εμπορίου του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου από τον Ντενίς Ρεντονέ, επικεφαλής της υπηρεσίας εμπορικής επιβολής της Κομισιόν. Όπως ανέφερε, οι μεγαλύτερες πιέσεις εντοπίζονται σε μηχανήματα, κλωστοϋφαντουργικά προϊόντα, βασικά μέταλλα και χημικά, με την Κίνα και τα κινεζικά προϊόντα να αποτελούν τον βασικό παράγοντα της αύξησης.
Το μέγεθος των εμπορικών ροών είναι ιδιαίτερα μεγάλο. Οι συνολικές εισαγωγές της ΕΕ ανήλθαν το 2025 σε περίπου 2,53 τρισ. ευρώ, εκ των οποίων τα 571 δισ. ευρώ αφορούσαν προϊόντα από την Κίνα. Την ίδια στιγμή, οι ευρωπαϊκές εξαγωγές προς την κινεζική αγορά μειώθηκαν, με αποτέλεσμα το εμπορικό έλλειμμα της ΕΕ έναντι της Κίνας να φτάσει τα 360 δισ. ευρώ.
Οι Βρυξέλλες βρίσκονται σε διαπραγματεύσεις με το Πεκίνο, αναζητώντας τρόπους περιορισμού της ανισορροπίας. Σύμφωνα με τον Ρεντονέ, η ΕΕ αναμένει μέσα στον Οκτώβριο συμφωνία για κάποια μορφή κινεζικών μέτρων ελέγχου των εξαγωγών. Το ενδεχόμενο αυτό θα μπορούσε να οδηγήσει σε εθελοντικό περιορισμό ορισμένων αποστολών προς την ευρωπαϊκή αγορά, χωρίς ωστόσο να έχει οριστικοποιηθεί η έκβαση των συνομιλιών.
Παράλληλα, η αυξημένη πίεση από τις εισαγωγές έχει οδηγήσει σε περισσότερες έρευνες εμπορικής άμυνας. Η Κομισιόν άνοιξε 32 σχετικές έρευνες το 2025, αριθμός που ήταν ο δεύτερος υψηλότερος που έχει καταγραφεί, μετά τις 33 του 2024. Ο ιστορικός μέσος όρος βρίσκεται περίπου στις 12 έρευνες ετησίως. Περισσότερες από το ένα τρίτο των νέων ερευνών του 2025 αφορούσαν τον κλάδο των χημικών, ενώ μέσα στο 2026 έχουν ήδη ανοίξει άλλες 27 υποθέσεις.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση υποστηρίζει εδώ και χρόνια ότι η πλεονάζουσα βιομηχανική παραγωγική ικανότητα της Κίνας δημιουργεί πιέσεις στους Ευρωπαίους παραγωγούς. Ήδη έχουν επιβληθεί αντισταθμιστικοί δασμοί στα κινεζικά ηλεκτρικά οχήματα, ενώ παρόμοιες ανησυχίες καταγράφονται πλέον στους κλάδους του χάλυβα, των χημικών και άλλων βιομηχανικών προϊόντων.
Στο επίκεντρο των συζητήσεων μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου βρίσκεται πλέον η προσπάθεια διαχείρισης των εμπορικών εντάσεων, με την Κομισιόν να περιγράφει τον ευρύτερο στόχο ως μια σχέση «διαχειριζόμενου ανταγωνισμού».



