Περισσότερα από 3,5 εκατομμύρια νέα περιστατικά καρκίνου του μαστού αναμένεται να καταγράφονται κάθε χρόνο έως το 2050, σύμφωνα με μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό The Lancet Oncology. Η έρευνα αναλύει τα ποσοστά εμφάνισης και θνησιμότητας παγκοσμίως, με την Ελλάδα να παρουσιάζει υψηλή εμφάνιση της νόσου, αλλά και μείωση της θνησιμότητας κατά περίπου 20% από το 1990.
Ο καρκίνος του μαστού παραμένει η κυριότερη αιτία πρόωρου θανάτου στις γυναίκες διεθνώς. Το 2023 καταγράφηκαν περίπου 2,3 εκατομμύρια νέα περιστατικά, εκ των οποίων το 73% αφορούσαν χώρες υψηλού και ανώτερου μεσαίου εισοδήματος. Οι θάνατοι έφτασαν τους 764.000, με το 39% να σημειώνονται σε χώρες χαμηλού και κατώτερου μεσαίου εισοδήματος.
Η μελέτη βασίστηκε σε δεδομένα από μητρώα καρκίνου 204 χωρών και περιοχών για την περίοδο 1990-2023. Οι ερευνητές πραγματοποίησαν επίσης συνεντεύξεις με συγγενείς και φροντιστές γυναικών που έχασαν τη ζωή τους από τη νόσο, εκτιμώντας τις απώλειες σε έτη υγιούς ζωής λόγω ασθένειας και πρόωρου θανάτου.
Ανισότητες μεταξύ χωρών υψηλού και χαμηλού εισοδήματος
Το 2023, τα υψηλότερα ποσοστά νέων περιστατικών καταγράφηκαν σε χώρες υψηλού εισοδήματος, όπως το Μονακό, η Ανδόρα, η Γαλλία, η Γερμανία και η Ιρλανδία, με περισσότερα από 100 περιστατικά ανά 100.000 γυναίκες. Αντίθετα, χαμηλότερα ποσοστά σημειώθηκαν σε χώρες όπως το Αφγανιστάν, η Σομαλία και η Μοζαμβίκη.
Από το 1990, τα ποσοστά εμφάνισης αυξήθηκαν κατά 147% κατά μέσο όρο στις χώρες χαμηλού εισοδήματος, ενώ παρέμειναν σταθερά στις ανεπτυγμένες οικονομίες. Παράλληλα, η θνησιμότητα μειώθηκε κατά 30% στις χώρες υψηλού εισοδήματος, αλλά σχεδόν διπλασιάστηκε στις χαμηλού εισοδήματος, φανερώνοντας ανισότητες στην έγκαιρη διάγνωση και την πρόσβαση σε θεραπεία.
Το 2023, οι γυναίκες άνω των 55 ετών εμφάνισαν τριπλάσια συχνότητα νόσου σε σχέση με όσες ήταν 20-54 ετών. Ωστόσο, στις νεότερες ηλικίες σημειώθηκε αύξηση 29% από το 1990, πιθανώς λόγω διαφορών στα πρότυπα κινδύνου πριν και μετά την εμμηνόπαυση.
Διαφορές στην Ευρώπη και η θέση της Ελλάδας
Ο δρ Ρόμαν Τόπορ-Μάντρι, διευθυντής στο Διεπιστημονικό Κέντρο Δεδομένων Υγείας του Ιατρικού Κολλεγίου του Πανεπιστημίου Jagiellonian, δήλωσε στο ΑΠΕ-ΜΠΕ ότι ο καρκίνος του μαστού ήταν ο πιο συχνός καρκίνος στις γυναίκες στην Ευρώπη το 2023, με σημαντικές διαφοροποιήσεις ανά χώρα.
«Η δυτική Ευρώπη, που περιλαμβάνει χώρες υψηλού εισοδήματος, παρουσιάζει υψηλά ποσοστά επίπτωσης, αλλά μείωση της θνησιμότητας άνω του 30% από το 1990, χάρη στον οργανωμένο έλεγχο και την πρόσβαση σε αποτελεσματική θεραπεία», εξήγησε ο δρ Τόπορ-Μάντρι.
Αντίθετα, στην κεντρική και ανατολική Ευρώπη, οι μειώσεις στη θνησιμότητα ήταν περιορισμένες, περίπου 10%, γεγονός που αποδίδεται σε βραδύτερες βελτιώσεις στα συστήματα υγείας.
Για την Ελλάδα, ο ίδιος σημειώνει ότι «ευθυγραμμίζεται περισσότερο με το πρότυπο της δυτικής Ευρώπης», καταγράφοντας υψηλή εμφάνιση της νόσου και μείωση της θνησιμότητας κατά περίπου 20% από το 1990. Η θετική αυτή πορεία, σύμφωνα με τον ερευνητή, πιθανόν συνδέεται με έγκαιρη διάγνωση και βελτιωμένη πρόσβαση σε θεραπεία.
Ωστόσο, προειδοποιεί ότι «οι οικονομικές πιέσεις και οι προκλήσεις στο σύστημα υγείας ενδέχεται να επηρεάσουν τη σταθερότητα στην πρόσβαση σε βέλτιστη φροντίδα καρκίνου».
Παράγοντες κινδύνου και πρόληψη
Τα χαμένα έτη υγιούς ζωής παγκοσμίως υπερδιπλασιάστηκαν από 11,7 εκατομμύρια το 1990 σε 24 εκατομμύρια το 2023. Αν και οι χώρες χαμηλού εισοδήματος αντιπροσωπεύουν μόνο το 27% των νέων περιστατικών, συγκεντρώνουν πάνω από το 45% της συνολικής επιβάρυνσης από τη νόσο.
Περισσότερο από το ένα τέταρτο των χαμένων ετών υγιούς ζωής αποδίδεται σε έξι τροποποιήσιμους παράγοντες κινδύνου: υψηλή κατανάλωση κόκκινου κρέατος, κάπνισμα, αυξημένο σάκχαρο αίματος, υψηλό δείκτη μάζας σώματος, υπερβολική κατανάλωση αλκοόλ και χαμηλή σωματική δραστηριότητα.
Οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η ισότιμη επιβίωση μπορεί να επιτευχθεί μόνο με συνδυασμό επιθετικών στρατηγικών πρόληψης, ισχυρών συστημάτων υγείας και καθολικής πρόσβασης σε οικονομικά προσιτή φροντίδα.
Τέλος, τονίζουν ότι η μελέτη αντιμετωπίζει περιορισμούς λόγω έλλειψης ποιοτικών δεδομένων σε ορισμένες χώρες και υπογραμμίζουν την ανάγκη επενδύσεων σε συστήματα παρακολούθησης του καρκίνου.



