Κατερίνα Γώγου: Η φωνή που δεν χωρούσε στα τσιμέντα της πόλης

Ημερομηνία:

Η πρώτη μου επαφή με την Κατερίνα Γώγου ήταν η «Παραγγελιά» του Παύλου Τάσιου, όπου η ίδια ερμηνεύει τα δικά της ποιήματα. Μετά από λίγο ήρθαν και τα βιβλία. Και κάπου εκεί κατάλαβα πως αυτή η γυναίκα ήταν και εκείνο το κορίτσι που είχα δει στις παλιές ασπρόμαυρες ελληνικές ταινίες.
Μόνο που η εικόνα της ηθοποιού δεν είχε καμία σχέση με αυτό που άρχισα να συναντώ στα ποιήματά της.
Η Γώγου δεν έγραφε για να φτιάξει μια όμορφη εικόνα του εαυτού της. Έγραφε γιατί, όπως έλεγε η ίδια, «είχαν πονέσει οι μασέλες μου από το να μη μιλάω». Έγραφε από αγανάκτηση για το κακό, αλλά και από αγάπη για τον άνθρωπο και τη ζωή. Δεν έγραφε από απόσταση. Ζούσε και έγραφε.
Και αυτό ίσως είναι το πιο σημαντικό για να καταλάβει κανείς την Κατερίνα Γώγου.
Γεννημένη στην Αθήνα το 1940, βρέθηκε από πολύ μικρή στο θέατρο. Έπαιξε σε παιδικές παραστάσεις από περίπου πέντε ετών και αργότερα έγινε γνωστή μέσα από τον ελληνικό κινηματογράφο και το θέατρο. Συνεργάστηκε με σημαντικούς ανθρώπους του χώρου, έπαιξε σε πολλές ταινίες και έγινε ένα οικείο πρόσωπο για το κοινό. Για πολλούς, όμως, παρέμεινε εκείνη η ηθοποιός των δεύτερων ρόλων, το κορίτσι των παλιών ελληνικών ταινιών.
Μόνο που η Γώγου δεν χωρούσε σε κανέναν δεύτερο ρόλο.
Πίσω από την ηθοποιό υπήρχε μια γυναίκα που κουβαλούσε τις δικές της συγκρούσεις, τις δικές της εμμονές, τις δικές της πληγές. Μια γυναίκα που έγινε μητέρα, που αγάπησε βαθιά την κόρη της Μυρτώ, που έζησε σχέσεις, απώλειες, δυσκολίες και μια ζωή που δεν ήταν καθόλου τακτοποιημένη.
Το 1978 κυκλοφόρησε το «Τρία Κλικ Αριστερά». Και ξαφνικά η φωνή της βγήκε έξω από το θέατρο και τον κινηματογράφο. Τα ποιήματά της μιλούσαν για ανθρώπους που δεν χωρούσαν στην κανονικότητα. Για φυλακές, ιδρύματα, εξαρτήσεις, καταπίεση, μοναξιά, θυμό, πολιτική και κοινωνική βία. Για ανθρώπους που ζούσαν δίπλα μας αλλά τους είχαμε μάθει να μην τους βλέπουμε.
Και πάνω απ’ όλα μιλούσε για την αποξένωση.
Για εκείνη την ασφυξία που δημιουργούν τα τσιμέντα της πόλης. Για τον άνθρωπο που μπορεί να βρίσκεται ανάμεσα σε χιλιάδες ανθρώπους και παρ’ όλα αυτά να είναι ολομόναχος. Για την καθημερινότητα που σε μαθαίνει να σωπαίνεις, να συμβιβάζεσαι, να προσπερνάς τον διπλανό σου.
Η Γώγου δεν προσπαθούσε να το κάνει πιο εύπεπτο.
Έγραφε όπως μπορούσε και όπως ένιωθε. Και αυτό είχε κόστος. «Έγραφα για να μην τρελαθώ, για να μην αυτοκτονήσω», είχε πει κάποτε. Δεν είναι μια φράση που πρέπει να τη διαβάζουμε ρομαντικά. Είναι μια φράση που δείχνει πόσο δύσκολη ήταν η μάχη της με τον ίδιο της τον εαυτό.
Κι όμως, η ίδια είχε πει και κάτι άλλο, μιλώντας για τον Νικόλα Άσιμο και την αυτοκτονία: «Δεν ξέρω αν είμαι αισιόδοξη, ξέρω όμως ότι είμαι μαχήτρια, παρά τα χάλια μου».
Αυτή η αντίφαση είναι ίσως η Γώγου.
Από τη μία η απόγνωση, η μοναξιά, τα σκοτάδια και οι δαίμονές της. Από την άλλη η ανάγκη να συνεχίσει να μιλάει, να γράφει, να αντιστέκεται. Δεν ήθελε να παρουσιάσει τον πόνο σαν κάτι όμορφο. Ήθελε να τον ονομάσει. Γιατί όταν ονομάζεις αυτό που σε πονάει, παύει να είναι ένα άμορφο τέρας μέσα σου. Γίνεται κάτι που μπορείς να κοιτάξεις κατάματα.
Ίσως γι’ αυτό τα λόγια της εξακολουθούν να μας χτυπούν.
Τριάντα τρία χρόνια μετά τον θάνατό της, στις 3 Οκτωβρίου του 1993, η Αθήνα έχει αλλάξει. Τα αυτοκίνητα έγιναν περισσότερα, τα τσιμέντα περισσότερα, οι άνθρωποι περισσότεροι. Η μοναξιά όμως δεν έφυγε. Η αποξένωση δεν έφυγε. Η ανάγκη του ανθρώπου να ακουστεί και να βρει έναν άλλον άνθρωπο απέναντί του δεν έφυγε.
Γι’ αυτό και η Κατερίνα Γώγου δεν είναι απλώς μια ποιήτρια μιας άλλης εποχής.
Είναι μια φωνή που μας θυμίζει πως πίσω από την εικόνα του «κανονικού ανθρώπου» μπορεί να υπάρχει ένας άνθρωπος που παλεύει καθημερινά να μη διαλυθεί. Και πως η τέχνη δεν είναι πάντα διακόσμηση. Μπορεί να είναι τρόπος επιβίωσης.
Η ίδια το είχε πει με τον δικό της τρόπο: «Τέχνη σημαίνει έρωτας». Έρωτας για τη ζωή, για τον άνθρωπο, για την ελευθερία, για την επιθυμία. Όχι ο εύκολος έρωτας. Ο δύσκολος. Αυτός που σε αναγκάζει να κοιτάξεις και τον στραπατσαρισμένο εαυτό σου και τον άνθρωπο που βρίσκεται δίπλα σου.
Η Κατερίνα Γώγου έφυγε νέα. Δεν χρειάζεται όμως να την κάνουμε ούτε αγία ούτε καταραμένη ποιήτρια. Ήταν ένας άνθρωπος με τεράστιες αντιφάσεις, με αδυναμίες, με θυμό, με αγάπη, με φόβο και με μια ανάγκη να μιλήσει όταν όλα γύρω της την έσπρωχναν στη σιωπή.
Και ίσως αυτή να είναι τελικά η μεγαλύτερη παρακαταθήκη της.
Όχι ο μύθος της.
Οι λέξεις της.
Γιατί όσο υπάρχουν άνθρωποι που αισθάνονται μόνοι μέσα στο πλήθος, όσο υπάρχουν άνθρωποι που πνίγονται μέσα στην πόλη, όσο υπάρχουν άνθρωποι που δεν αντέχουν τη σιωπή και ψάχνουν έναν τρόπο να πουν «είμαι εδώ», η Γώγου θα έχει ακόμη κάτι να μας πει.
Κι ας έχουν περάσει 33 χρόνια.

Κοινοποίηση:

Τελευταία Νέα

Κοινοποίηση:

Περισσότερα Άρθρα
Σχετικα

Μαρία Καρυστιανού: Πολιτικές επαφές στη Ναύπακτο με φόντο την επέτειο της ναυμαχίας

Η Μαρία Καρυστιανού πραγματοποίησε επίσημη επίσκεψη στη Ναύπακτο, δίνοντας...

H πρόγνωση του Καλλιάνου για την αυριανή μέρα στην Δυτική Ελλάδα

Σημαντική επιδείνωση θα παρουσιάσει ο καιρός αύριο Τρίτη 13...

Πάτρα – HALLOWEEN Magic Party: Με τον μάγο Konstantin και πολλές εκπλήξεις!

  Το Σάββατο 31 Οκτωβρίου, από τις 17:30, το...