Στην εφηβεία μου, ένα σήμα κατατεθέν για μένα, πέρα από τις Doctor Martens, το jacket και τα στενά παντελόνια, ήταν οι κονκάρδες.

Ήταν κάτι σαν προσωπική ταυτότητα. Ένα σήμα κατατεθέν για όσους συναντούσαμε στον δρόμο μας. Με μια λοξή ματιά μπορούσαμε να καταλάβουμε αν ο άλλος ήταν «δικός μας».
Δεν χρειαζόταν να μιλήσουμε. Κοιτούσες το jacket, τις κονκάρδες, τα patches, τα παπούτσια και ήξερες. Αν έβλεπες κάποιον με τα ίδια σημάδια, υπήρχε αμέσως ένας κοινός κώδικας. Ήξερες ότι υπήρχε κάτι που σας ένωνε.
Οι αγαπημένες μου κονκάρδες τότε ήταν των Metallica, το “Jump in the Fire”, των Cannibal Corpse, μία αντιναζιστική και μία των Αντίδραση. Η καθεμία είχε τη δική της σημασία και όλες μαζί έφτιαχναν ένα μικρό κομμάτι της ταυτότητάς μου.
Και βέβαια, δεν τις κράτησα όλες.
Πάντα έχανα καμία. Σε κανέναν τσακωμό στο σχολείο μπορεί να έφευγε κάποια από το jacket, κάποια να ξεκουμπωνόταν στον δρόμο ή απλώς να χανόταν. Τα jackets εκείνης της εποχής δεν ήταν για βιτρίνα. Τα φορούσαμε παντού και τα ζούσαμε κανονικά.
Αλλά υπήρχαν στιγμές που πάντα χάριζα και καμία.
Σε φίλο, σε γνωστό ή σε κάποιον που ήξερα ότι θα την εκτιμήσει. Η κονκάρδα ήταν κάτι που μπορούσε να περάσει από χέρι σε χέρι. Δεν ήταν μόνο αντικείμενο, ήταν ένας τρόπος να μοιραστείς τη μουσική και τον κόσμο στον οποίο ανήκες.
Η γέννηση του DIY
Η κονκάρδα, φυσικά, υπήρχε πολύ πριν από το punk. Ήδη από τα τέλη του 19ου αιώνα χρησιμοποιούνταν για πολιτική προπαγάνδα και διαφήμιση. Μέχρι τη δεκαετία του ’70 είχε χρησιμοποιηθεί και από τη μουσική βιομηχανία για την προώθηση μεγάλων ονομάτων.
Το punk, όμως, της έδωσε μια εντελώς διαφορετική διάσταση.
Η φιλοσοφία του DIY, ταίριαζε απόλυτα με την κονκάρδα. Ήταν φτηνή, εύκολη στην παραγωγή και μπορούσε να φτιαχτεί χωρίς τη βοήθεια μιας μεγάλης εταιρείας. Σε μια σκηνή που ήθελε να κάνει τα πράγματα μόνη της, ήταν το ιδανικό μέσο.
Στα τέλη της δεκαετίας του ’70, η Better Badges του Joly MacFie έγινε ένας από τους σημαντικούς παραγωγούς της πανκ αισθητικής στη Βρετανία, δημιουργώντας κονκάρδες για συγκροτήματα και πολιτικά μηνύματα και συμβάλλοντας στη διάδοση αυτής της οπτικής κουλτούρας.
Οι κονκάρδες μπήκαν στα δερμάτινα και στα τζιν jackets μαζί με παραμάνες, σκισμένα ρούχα και patches. Δεν ήταν απλώς διακόσμηση. Έλεγαν ποια μπάντα ακούς, τι πιστεύεις και σε ποιον χώρο κινείσαι.
Σε μια εποχή χωρίς internet και social media, μπορούσαν να λειτουργήσουν σαν ένας πραγματικός τρόπος κοινωνικής αναγνώρισης.
Με την άνοδο του heavy metal και του New Wave of British Heavy Metal στις αρχές της δεκαετίας του ’80, πολλά από αυτά τα στοιχεία πέρασαν και στη metal κουλτούρα.
Το battle jacket, έγινε ένα είδος προσωπικής πανοπλίας. Τα patches γέμιζαν τις μεγάλες επιφάνειες, ενώ οι κονκάρδες έβρισκαν θέση στον γιακά, στις τσέπες και σε κάθε ελεύθερο σημείο.
Στο metal, η κονκάρδα απέκτησε περισσότερο οπαδικό χαρακτήρα. Τα λογότυπα των συγκροτημάτων, οι χαρακτηριστικές γραμματοσειρές και οι μασκότ έγιναν μικρά μεταλλικά σύμβολα.
Metallica, Iron Maiden, Slayer, Judas Priest, Motörhead και αμέτρητες άλλες μπάντες βρέθηκαν πάνω στα jackets των οπαδών τους.
Για έναν μεταλλά, η κονκάρδα μπορούσε να είναι ένα μικρό παράσημο αφοσίωσης. Δεν έδειχνε απλώς τι ακούς. Έδειχνε σε ποια σκηνή ανήκεις.
Και τελικά αυτό ήταν που είχε σημασία.
Γιατί η κονκάρδα ήταν μικρή, αλλά μπορούσε να πει πολλά.
Στην εφηβεία μας δεν υπήρχαν τα social media για να βρούμε εύκολα ανθρώπους με τα ίδια ενδιαφέροντα. Τους βρίσκαμε στον δρόμο, στο σχολείο, στις συναυλίες. Τους αναγνωρίζαμε από το jacket, τα παπούτσια, τα patches και τις κονκάρδες.
Μια λοξή ματιά αρκούσε.
Και κάπου μέσα σε αυτή τη ματιά υπήρχε η σιωπηλή επιβεβαίωση:
«Είναι δικός μας.»
Ίσως γι’ αυτό, τόσα χρόνια μετά, θυμάμαι ακόμη ποια κονκάρδα φορούσα περισσότερο, ποια έχασα και ποια χάρισα.
Γιατί τελικά δεν ήταν απλώς κονκάρδες.
Ήταν ένα μικρό κομμάτι της εφηβείας μας, καρφιτσωμένο πάνω σε ένα jacket.


