Μιλώντας σε δημοσιογράφους έξω από τον Λευκό Οίκο ρωτήθηκε για το επίμαχο ζήτημα από δημοσιογράφο, τον οποίο διέκοψε πριν ολοκληρώσει την φράση του, λέγοντας: «Μόλις το άκουσα. Κρίμα. Εννοώ, δεν ξέρω, είναι πρέσβειρα. Μόλις άκουσα λίγα πράγματα για το θέμα. Δεν ξέρω πολλά, αλλά πάντα ήταν πολύ ευγενική».
Το δημοσίευμα της WSJ
Η WSJ δημοσίευσε συνομιλίες τις οποίες φέρεται να είχε η Γκιλφόιλ με έναν δωρητή και υποστηρικτή του Ντόναλντ Τραμπ, ζητώντας του να εξοφλήσει έναν λογαριασμό πιστωτικής κάρτας ύψους 100.000 δολαρίων, λίγο πριν από την ακρόαση για την επικύρωση του διορισμού της ως πρέσβειρας.
Σε αντάλλαγμα, υποσχόταν να του εξασφαλίσει πρόσβαση σε αξιωματούχους της κυβέρνησης.
Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Γκιλφόιλ ισχυριζόταν στα μηνύματά της ότι όφειλε το εν λόγω ποσό στην American Express, ζητώντας από τον συνομιλητή της, Ερικ Ντίτερς να της τα καταθέσει και μάλιστα με τρόπο που δεν θα άφηνε ίχνη στα επίσημα αρχεία.
«Δεν θα φανεί πουθενά αν στείλεις τα χρήματα στην American Express», έγραψε μέσω της εφαρμογής Signal, σύμφωνα με μηνύματα που εξέτασε η αμερικανική εφημερίδα. «Σε παρακαλώ».
Για διάστημα αρκετών μηνών, η Γκιλφόιλ επικοινωνούσε με τον Έρικ Ντίτερς, πρώην υποψήφιο για το Κογκρέσο στο Κεντάκι, ο οποίος ζητούσε τη βοήθειά της για να στρέψει την προσοχή της νέας κυβέρνησης Τραμπ σε ορισμένα προσωπικά φορολογικά και νομικά ζητήματα – υποσχόμενος αμοιβή που θα μπορούσε να φτάσει το 1 εκατομμύριο δολάρια σε περίπτωση επιτυχίας.
Ως πρώην αρραβωνιαστικιά του Ντόναλντ Τραμπ Τζούνιορ, η Γκιλφόιλ προσφέρθηκε να αξιοποιήσει την επιρροή της, σύμφωνα με τον Ντίτερς και τα μηνύματα που εξέτασε η WSJ.
Υπενθυμίζεται ότι η WSJ είναι η εφημερίδα που είχε γράψει πως η Γκιλφόιλ είπε στον υπυοργό Περιβάλλοντος, Σταύρο Παπασταύρου κατά τη διάρκεια δείπνου – με αφορμή την πτώση της ρουμανικής κυβέρνησης – ότι οι ΗΠΑ «μπορούν να το κάνουν αυτό σε οποιαδήποτε χώρα θέλουν», ακόμα και στην Ελλάδα.


