Τα στοιχεία από την Υπηρεσία Δημοτικών Κοιμητηρίων του Δήμου Πατρέων σοκάρουν. Δεκάδες συμπολίτες που είχαν αποβιώσει εξαιτίας του κορονοϊού την επχοή της πανδημίας δεν έχουν αποσυντεθεί. Εστω και αν έχουν περάσει τόσα χρόνια. Το «πρωτόκολλο» αναφέρει τα τρία χρόνια για την διαδικασία, όμως σε αυτές τις περιπτώσεις αυτό δεν ισχύει. «Ακολουθούμε την διαδικασία. Οντως το πρόβλημα υπάρχει και ταλαιπωρεί και τους συγγενείς» δηλώνει στο flamis.gr η αντιδήμαρχος Αναστασία Τογιοπούλου. Απευθυνθήκαμε στην κυρία Αγγελική Αγγελοπούλου, προϊσταμένη του τμήματος Κοιμητηρίων. Όπως μας είπε, έκαναν στην σχετική ερώτηση στο αρμόδιο υπουργείο. Και έλαβαν γραπτή απάντηση για τις διαδικασίες που θα πρέπει να ακολουθήσουν. Μόνο στα κοινοτάφια βρίσκονται πάνω από 120 Πατρινοί που έχουν ταφεί μετά από νοσηλεία με covid. Δεκάδες είναι και σε οικογενειακούς τάφους. Συνολικά περίπου 250 άτομα. «Σκίζουμε τα νάϊλον με τα οποία είχαν καλυφθεί, αφήνουμε να μπει οξυγόνο και θάβουμε εκ νέου τους νεκρούς ώστε να μπορεί να γίνει αποστέωση» μας ενημερώνει η κυρία Αγγελοπούλου. Η πανδημία του κορωνοϊού άφησε πίσω της, όχι μόνο έναν βαρύ απολογισμό ανθρώπινων απωλειών, αλλά και πολλές οικογένειες και στην Πάτρα που δεν είχαν τη δυνατότητα να αποχαιρετήσουν τους συγγενείς τους με τον συνήθη τρόπο, καθώς οι κηδείες και οι ταφές πραγματοποιούνταν υπό αυστηρά υγειονομικά πρωτόκολλα και ειδικά μέτρα προστασίας. Ποιος δεν θυμάται τι γινόταν τότε που απαγορευόταν ακόμη και σε συγγενείς να πλησιάζουν τους νεκρούς τους. Σήμερα, έξι χρόνια αργότερα, οι συνέπειες αυτών των διαδικασιών εξακολουθούν να είναι αισθητές, καθώς η χρήση νάιλον καλυμμάτων στις σορούς και στα φέρετρα φαίνεται πως έχει επιβραδύνει σημαντικά τη φυσική τους αποσύνθεση.
ΞΕΚΙΝΗΣΕ ΤΟ 2024
Το ζήτημα έγινε για πρώτη φορά εμφανές το 2024, όταν κατά τις πρώτες εκταφές ανθρώπων που είχαν χάσει τη ζωή τους από κορωνοϊό διαπιστώθηκε στις περισσότερες περιπτώσεις ότι η φυσική διαδικασία της αποσύνθεσης δεν είχε ολοκληρωθεί. Για τους συγγενείς, η διαπίστωση αυτή μετέτρεψε μια ήδη δύσκολη στιγμή σε μια εξαιρετικά επώδυνη εμπειρία, καθώς κλήθηκαν, χρόνια μετά την απώλεια, να βρεθούν ξανά μπροστά στη σορό του ανθρώπου τους και να αντιμετωπίσουν το γεγονός ότι η φυσική διαδικασία αλλοίωσής της δεν είχε προχωρήσει. Παράλληλα, η εξέλιξη αυτή είχε ως αποτέλεσμα να παρατείνεται ο χρόνος ταφής, δημιουργώντας πρόσθετη πίεση στα νεκροταφεία, ιδιαίτερα των μεγάλων πόλεων, όπου οι διαθέσιμοι χώροι είναι ήδη περιορισμένοι. Όπως γράψαμε και παραπάνω, η τριετία ορίζεται ως ο ελάχιστος απαιτούμενος χρόνος ταφής, σύμφωνα με τον κανονισμό των κοιμητηρίων, οπότε και ειδοποιούνται οι συγγενείς για την εκταφή, ενώ έχουν δικαίωμα να ζητήσουν παράταση έως και την πενταετία. Συγγενείς θυμάτων από κορωνοϊό κάνουν λόγο για ένα «ψυχολογικό μαρτύριο» που καλούνται να περάσουν τις επόμενες ημέρες λόγω των μερικών εκταφών που προγραμματίζονται σε διάφορες περιοχές της χώρας. Ορισμένοι αναφέρουν πως πρόκειται για έναν εφιάλτη που δεν έχει τέλος, ενώ άλλοι επισημαίνουν πως είναι μία εξαιρετικά ψυχοφθόρα κατάσταση. «Το σοκ δεν περιγράφεται. Πονάς με αυτό που γίνεται ξανά» λένε χαρακτηριστικά, ακόμη και στους υπαλλήλους των δημοτικών Κοιμητηρίων στην Πάτρα.
Η ΕΓΚΥΚΛΙΟΣ
Σύμφωνα με την επικαιροποιημένη εγκύκλιο που εκδόθηκε το 2024, όπου δίνονται γενικές οδηγίες εκταφής, αναφέρεται πως «ο χρόνος που απαιτείται για την ολοκλήρωση της αποσύνθεσης της σορού δεν δύναται να προσδιοριστεί με ακρίβεια, δεδομένου ότι σύμφωνα με την ιατροδικαστική επιστήμη για την πρόοδο των πτωματικών φαινομένων εξαιρετική σημασία διαδραματίζει η σύσταση του εδάφους όπου γίνεται ο ενταφιασμός». Στις περιπτώσεις θανόντων από κορωνοϊό, που δεν έχουν πλήρως αποσυντεθεί κατά την εκταφή και οι σοροί τους είναι τοποθετημένες σε ανθεκτικό, αδιάβροχο, σάκο με φερμουάρ, «συνιστάται η αφαίρεση του σάκου και η διαχείριση της σορού σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις των Κανονισμών των Κοιμητηρίων. Συστήνεται προς τις αρμόδιες υπηρεσίες Κοιμητηρίων των Δήμων, αναφορικά με την διαχείριση λειψάνων που χρήζουν εκ νέου ενταφιασμού, να επιδεικνύεται ο προσήκων σεβασμός και να λαμβάνεται κάθε μέριμνα προς το σκοπό αποφυγής πάσης περιττής ταλαιπωρίας των οικείων των νεκρών, ενώ επίσης να αποφεύγεται κάθε οικονομική επιβάρυνση πλην των απολύτως αναγκαίων εξόδων».


