flamis.gr

Οι ΗΠΑ επιδιώκουν διάσπαση της Facebook

«Δεν μπορούμε να πούμε ότι οφείλουν τα πάντα στις αρχές ανταγωνισμού, αλλά έχουν μεγάλο χρέος στη νομοθεσία κατά της μονοπωλιακής συμπεριφοράς». Η δήλωση ανήκει στον νομικό Τιμ Βου, ο οποίος έχει ειδικευθεί σε θέματα τεχνολογίας. Οσο παράδοξο κι αν ακούγεται, αφορά τους τεχνολογικούς κολοσσούς που βρίσκονται εδώ και καιρό στο στόχαστρο των αρχών ανταγωνισμού στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Ο εν λόγω νομικός περιέγραψε το πώς κάθε καινούργια γενιά επιχειρηματικών κολοσσών τής εκάστοτε κυρίαρχης τεχνολογίας εκμεταλλεύεται όποιους περιορισμούς έθεσαν οι αρχές στην αμέσως προηγούμενη και έτσι κατορθώνει να γιγαντωθεί και να αναπτύξει το νέο δικό της μονοπώλιο. Προέβη στη δήλωση αυτή, βέβαια, πριν από δύο χρόνια, αλλά τα λόγια του είναι περισσότερο επίκαιρα από ποτέ, καθώς αποτυπώνουν πλήρως το πώς έχει διαμορφωθεί το τοπίο στην κολοσσιαία παγκόσμια online αγορά και στο ανεξέλεγκτο σύμπαν που δημιούργησε το Ιντερνετ. Απηχεί, άλλωστε, αυτό που θριαμβευτικά σχεδόν όλα τα αγγλοσαξονικά ΜΜΕ διαλαλούσαν μέσα στην εβδομάδα μιλώντας για τη μεγαλύτερη, μετά το 1998 και την υπόθεση Microsoft, αγωγή κατά μονοπωλιακής συμπεριφοράς στις ΗΠΑ.

Πρόκειται πράγματι για μια γιγάντια κινητοποίηση, καθώς 46 αμερικανικές πολιτείες συστρατεύονται με τις αμερικανικές αρχές ανταγωνισμού και υποβάλλουν μήνυση κατά της Facebook. Το δημοφιλέστερο μέσο κοινωνικής δικτύωσης, που ένωσε σε μια ηλεκτρονική πλατφόρμα δισεκατομμύρια ανθρώπους, αρχικά νέους αλλά αργότερα κάθε ηλικίας, εξελίχθηκε ταχύτατα σε έναν επιχειρηματικό «Λεβιάθαν», που καταβρόχθισε κυνικά κάθε ανταγωνιστή του, εξοστρακίζοντας κυριολεκτικά τον ανταγωνισμό από μια εξαιρετικά προσοδοφόρο αγορά. Στην περίπτωση της Facebook αυτό επετεύχθη με την εξαγορά των ανταγωνιστών του, με προεξάρχουσες τις εφαρμογές Instagram και WhatsApp, αλλά και διάφορες άλλες, λιγότερο προβεβλημένες ηλεκτρονικές πλατφόρμες που δεν πρόλαβαν να αναπτύξουν αυτοφυή ύπαρξη και γίνονται μέλη του «ομίλου». Και, βέβαια, αυτές οι δύο εφαρμογές ενδέχεται να βρεθούν πρωτίστως στην πρώτη γραμμή του πυρός, καθώς οι αμερικανικές αρχές προσανατολίζονται στο να απαιτήσουν τη διάσπαση του κολοσσού με απόσχιση αυτών των δύο εξαιρετικά δημοφιλών εφαρμογών.

Οπως αναφέρεται στο περιεχόμενο των μηνύσεων, η Facebook εξαγόρασε το Instagram το 2012 έναντι 715 εκατ. δολαρίων και το WhatsApp δύο χρόνια αργότερα έναντι 22 δισ. δολαρίων, μηδενίζοντας τον ανταγωνισμό εις βάρος των καταναλωτών. Και, βέβαια, το αντεπιχείρημα που έχει προβάλει ο ευρηματικός δημιουργός και επικεφαλής της Facebook Μαρκ Ζούκερμπεργκ είναι πως «με την εξαγορά τους, το Instagram και το WhatsApp βελτίωσαν θεαματικά τις υπηρεσίες τους και μπόρεσαν να απευθυνθούν σε πολύ περισσότερους ανθρώπους».

Ορισμένοι αναλυτές του κλάδου εκτιμούν πως, αν αναγκαστεί να αποχωριστεί τις δύο εφαρμογές, το Facebook θα δει να καταρρέει η αυτοκρατορία του, καθώς μεγάλο μέρος των ιλιγγιωδών εσόδων του προέρχεται από αυτές. Από στοιχεία της εταιρείας ερευνών EMarketer, οι πωλήσεις του Instagram φέτος θα φτάσουν στα 28,1 δισ. δολάρια, που ισοδυναμούν με το 37% των εσόδων της Facebook.

Σύμφωνα πάντως με τον Νταν Ιβς, αναλυτή της Wedbush Securities, που σημειωτέον χαρακτήρισε την εξαγορά του Instagram «μία από τις τρεις καλύτερες των τελευταίων 15 ετών», είναι «ισχνή» η πιθανότητα να εξαναγκαστεί σε διάσπαση η Facebook. Κάτι τέτοιο, επισημαίνει ο ίδιος, προϋποθέτει πως το αμερικανικό Κογκρέσο θα προχωρήσει σε νομοθετικές μεταρρυθμίσεις, πράγμα απίθανο τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα. Το ερώτημα είναι αν όντως υπάρχει τρόπος να τιθασεύσουν οι αρχές ανταγωνισμού τούς τιτάνες της ψηφιακής τεχνολογίας.

oi-ipa-epidiokoyn-diaspasi-tis-facebook0

Αδυνατεί η Ε.Ε. να βάλει φρένο στους ψηφιακούς κολοσσούς

Η εμπειρία από τις προσπάθειες της Ε.Ε. να βάλει κάποιο φρένο στη μονοπωλιακή συμπεριφορά των τεχνολογικών κολοσσών είναι, έως τώρα, απογοητευτική. Πριν από τρία χρόνια, η Κομισιόν κινήθηκε κατά του αήττητου τεχνολογικού κολοσσού, της προσφιλέστατης σε όλους μας Google. Της επέβαλε πρόστιμο ύψους 2,42 δισ. ευρώ έχοντας διαπιστώσει ότι η εταιρεία «εκμεταλλεύεται καταχρηστικά τη δεσπόζουσα θέση της στην αγορά», θέτοντας σε πλεονεκτική θέση τη δική της πλατφόρμα πλοήγησης στο Ιντερνετ. Της επέβαλε να αλλάξει παγιωμένες πρακτικές της ώστε να διασφαλιστεί ίση μεταχείριση των ανταγωνιστών της. Προέκυψε, όμως, πως ο αντίκτυπος αυτής της μεταβολής ήταν ελάχιστος, τουλάχιστον για ορισμένους που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή βιομηχανία τεχνολογίας.

Σύμφωνα με τον Φίλιπ Πέιτς, διευθύνοντα σύμβουλο της γερμανικής ιστοσελίδας εμπορίου Idealo, ούτε το πρόστιμο ούτε οι εντολές δεν πέτυχαν να αλλάξουν τη μονοπωλιακή συμπεριφορά της Google. «Ηταν φενάκη. Η αντιμονοπωλιακή πολιτική δεν αποδίδει». Και δεν είναι ο μόνος που αισθάνεται έτσι. Προσφάτως ο επίτροπος Ενιαίας Αγοράς, Τιερί Μπρετόν, αποκάλυψε πως στους κόλπους της Κομισιόν επικρατεί μια αίσθηση πως οι πλατφόρμες του Ιντερνετ «έχουν γίνει πλέον υπερβολικά μεγάλες για να ενδιαφερθούν γι’ αυτά», αναφερόμενος στα πρόστιμα και στους κανόνες. Ο ίδιος άφησε να εννοηθεί ότι οι τεχνολογικοί κολοσσοί πρέπει μάλλον να διασπασθούν.

Η Google έχει βρεθεί ταυτοχρόνως στο στόχαστρο των αρχών ανταγωνισμού και των δύο πλευρών του Ατλαντικού. Μόλις προ δύο μηνών, οι αρμόδιες αρχές που στις ΗΠΑ εντάσσονται στο υπουργείο Δικαιοσύνης υπέβαλαν αγωγή κατά της Alphabet, μητρικής της Google, κατηγορώντας και πάλι για καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης και παραβίαση του θεμιτού ανταγωνισμού.

Από την πλευρά της, η Κομισιόν ετοιμάζει νέα δυναμική κίνηση κατά των τεχνολογικών κολοσσών, που ευελπιστεί τουλάχιστον ότι θα επηρεάσει τον κλάδο παγκοσμίως. Την Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου, αναμένεται να παρουσιάσει μια νέα δέσμη κανόνων που έχουν σχεδιασθεί ύστερα από ατέρμονες διαβουλεύσεις με στόχο να βάλουν όρια στους κολοσσούς. Μεταξύ άλλων, θα επιχειρήσει να επιβάλει στους τεχνολογικούς κολοσσούς να μεταχειρίζονται με τον ίδιο τρόπο τις δικές τους υπηρεσίες και εκείνες των ανταγωνιστών τους και στις πλατφόρμες ηλεκτρονικού εμπορίου, κατά κύριο λόγο την Amazon, να μοιράζονται με τους μικρότερους ανταγωνιστές τους πληροφορίες για το εμπόριο.

Μολονότι έχει προηγηθεί προ διμήνου η προσπάθεια των αμερικανικών αρχών να θέσουν όριο στην Google, η αναμενόμενη κίνηση της Κομισιόν έρχεται σε μια συγκυρία ιδιαίτερα ευαίσθητη για τις σχέσεις των Βρυξελλών με την Ουάσιγκτον. Αρκετά μέλη της κυβέρνησης Μπάιντεν θέλουν να εντείνουν την πίεση στους τεχνολογικούς κολοσσούς. Είναι πιθανή, όμως, μια αρνητική αντίδραση της Ουάσιγκτον εάν η κίνηση της Κομισιόν εκληφθεί ως προσπάθεια των Βρυξελλών να αποδυναμώσουν σημαντικές αμερικανικές επιχειρήσεις. Είναι σαφές, άλλωστε, πως οι αμερικανικοί τεχνολογικοί κολοσσοί εκπροσωπούνται από ομάδες πίεσης, κοινώς από λόμπι, που θα πολιορκήσουν τόσο τις Βρυξέλλες όσο και την Ουάσιγκτον.

Η πολυετής δικαστική διαμάχη της Microsoft με τις αμερικανικές αρχές

Οι μεγάλες μεταβολές στο τοπίο της τεχνολογίας τηλεπικοινωνιών είχαν αρχίσει από τη δεκαετία του 1980 με τη διάσπαση του κολοσσού εκείνης της εποχής, της ΑΤ&Τ. Στις αρχές της δεκαετίας του 1990, η αμερικανική επιτροπή εμπορίου είχε ήδη αρχίσει να ελέγχει διεξοδικά τα συστήματα ηλεκτρονικών υπολογιστών, που φαινόταν πως διευκόλυναν τη δημιουργία νέων μονοπωλίων και καρτέλ. Η Microsoft κέρδιζε διαρκώς έδαφος στην αγορά των προσωπικών ηλεκτρονικών υπολογιστών και βρισκόταν σε σχεδόν μόνιμη σύγκρουση με τις ρυθμιστικές αρχές επί περίπου μία δεκαετία. Η αρχή είχε γίνει το 1989, όταν η επιτροπή εμπορίου χαρακτήρισε ύποπτη δημιουργίας καρτέλ μια συμφωνία που είχε συνάψει με την ΙΒΜ. Η Microsoft πέρασε όλο το πρώτο ήμισυ της δεκαετίας του 1990 αντικρούοντας αυτού του είδους τις κατηγορίες. Το 1994 ψηφίστηκε διάταγμα, που θεωρητικά περιόριζε τη δυνατότητά της να μπλοκάρει τους ανταγωνιστές της. Ο ίδιος ο Μπιλ Γκέιτς, όμως, ιδρυτής και πρόεδρος του κολοσσού των υπολογιστών, εξέφρασε την εκτίμηση πως ο αντίκτυπος δεν ήταν «τίποτε».

Η κατάσταση άλλαξε το 1995, όταν ο Γκέιτς κήρυξε πόλεμο στο ανταγωνιστικό πρόγραμμα πλοήγησης στο Ιντερνετ, το τότε αρκετά δημοφιλές Netscape Navigator. Συνέδεσε με το λογισμικό του πρόγραμμα, το γνωστό Windows, το δικό του πρόγραμμα πλοήγησης, Internet Explorer, προσφέροντάς το δωρεάν. Στόχος του ήταν, βέβαια, να εξωθήσει άλλες εταιρείες να χρησιμοποιούν τον Explorer και όχι το Netscape Navigator.
Η κίνηση αποτελούσε υπαρξιακή απειλή για το Netscape, που προσέλαβε τότε ως δικηγόρους τον Γκάρι Ρέμπακ και τη Σούζαν Κρέιτον, για να συντάξουν την εμπιστευτική επιστολή στην οποία εξηγούσαν στο αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης τη μονοπωλιακή τακτική της Microsoft. Οι δύο δικηγόροι βασίστηκαν σε σχετικά καινούργιες θεωρίες για την προστασία του ανταγωνισμού. Οπως επισήμαναν, όταν ένα πρόγραμμα όπως τα Windows προσφέρει μια πρόσθετη υπηρεσία, θα το πάρουν περισσότεροι με αποτέλεσμα να αποκτήσει δυσανάλογο ανταγωνιστικό πλεονέκτημα ακόμη και αν είναι καλύτερα τα αντίστοιχα προγράμματα ανταγωνιστών. Και το χειρότερο δεν ήταν η συντριβή του Netscape Navigator ή κάποιου άλλου προγράμματος, αλλά η κυριαρχία της Microsoft στο ίδιο το Διαδίκτυο.

Και όντως, η Microsoft άρχισε να επεκτείνεται σε κάθε γωνιά της αγοράς του Ιντερνετ. Μεταξύ άλλων, επένδυσε 1 δισ. δολάρια στην Comcast για να διευκολυνθεί να αναπτύξει ευρυζωνικές υπηρεσίες, ενώ αγόρασε τη νεοφυή WebTV ώστε να προσεγγίσει πιθανούς χρήστες του Ιντερνετ που δεν χρησιμοποιούν προσωπικό υπολογιστή.

Χρειάστηκε, ωστόσο, να περάσουν χρόνια προτού αποφασίσουν οι ρυθμιστικές αρχές να ασχοληθούν με τις καταγγελίες των δύο νομικών συμβούλων του Netscape, που δεν γλίτωσε καθώς εξαγοράστηκε τελικά από την AOL. Στα μέσα του 1998, όμως, το υπουργείο Δικαιοσύνης και οι γενικοί εισαγγελείς 20 αμερικανικών πολιτειών υπέβαλαν αγωγή κατά της Microsoft. Η υπόθεση σερνόταν μέχρι που άλλαξε η χιλιετία. Και τότε ένας Αμερικανός δικαστής απεφάνθη πως ο κολοσσός των υπολογιστών είχε παραβιάσει τη νομοθεσία για τον θεμιτό ανταγωνισμό. Εδωσε εντολή να διασπαστεί ο κολοσσός, εντολή που αργότερα ακυρώθηκε και αντικαταστάθηκε από ηπιότερη διευθέτηση: η Microsoft συναίνεσε να αποσύρει ορισμένα από τα εμπόδια που μπλόκαραν το λογισμικό άλλων εταιρειών σε σχέση με τα Windows. Εν ολίγοις, ακόμη και αυτή η ήπια διευθέτηση δημιούργησε αρκετό χώρο για να αναπτυχθούν εταιρείες όπως η Google και προγράμματα πλοήγησης όπως το Google Chrome, που το 2012 εξαγόρασε το Internet Explorer. Γι’ αυτό και όπως είπε ο Τιμ Βου, «δεν μπορούμε να πούμε ότι οφείλουν τα πάντα στις αρχές ανταγωνισμού, αλλά έχουν μεγάλο χρέος στη νομοθεσία κατά της μονοπωλιακής συμπεριφοράς».

Κυριαρχία

oi-ipa-epidiokoyn-diaspasi-tis-facebook1

Ανακοινώνοντας τις αγωγές που υπέβαλαν κατά του Facebook οι αμερικανικές αρχές και 46 πολιτείες, η γενική εισαγγελέας Νέας Υόρκης Λετίσια Τζέιμς υπενθύμισε πως «εδώ και μία δεκαετία, το Facebook έχει εκμεταλλευθεί την κυριαρχία του και τη μονοπωλιακή ισχύ του για να συνθλίψει τους μικρότερους ανταγωνιστές και να εξαφανίσει τον ανταγωνισμό εις βάρος των χρηστών».

Απειλές

oi-ipa-epidiokoyn-diaspasi-tis-facebook2

Αναφερόμενος  σε Instagram και WhatsApp ως δυνητικές απειλές για τη μονοκρατορία του Facebook, ο ιδρυτής και επικεφαλής του Μαρκ Ζούκερμπεργκ προειδοποιούσε τους υπαλλήλους ότι «αν αναπτυχθούν σε μεγάλη κλίμακα, θα μπορούσαν να μας ανταγωνιστούν». Αποκαλυπτική της στρατηγικής του ήταν και η δήλωσή του «το να εξαγοράζεις είναι ευκολότερο από το να ανταγωνιστείς».

Ατελέσφορες

oi-ipa-epidiokoyn-diaspasi-tis-facebook3

Σχολιάζοντας πόσο ατελέσφορες αποδεικνύονται οι προσπάθειες της Ε.Ε. να θέσει όρια στην επέλαση των τεχνολογικών κολοσσών με πρόστιμα και κανόνες, ο επίτροπος Ενιαίας Αγοράς Τιερί Μπρετόν αποκάλυψε προσφάτως πως «επικρατεί στις Βρυξέλλες το αίσθημα ότι οι πλατφόρμες του Ιντερνετ έχουν πλέον γίνει υπερβολικά μεγάλες για να τους νοιάζουν αυτά».

Comments are closed.