Όταν κάποιος ακούει ή διαβάζει τη λέξη «μαχαραγιάς» ο νους του πάει στο παρελθόν. Σε τεράστια παλάτια, σε κοσμήματα με τεράστιους πολύτιμους λίθους, σε βόλτες με εντυπωσιακούς λευκούς ελέφαντες, σε χαρέμια με εκατοντάδες οδαλίσκες… Γενικά, σε πράγματα που έχουμε συνηθίσει να βλέπουμε πια μόνο σε ιστορικές κινηματογραφικές ταινίες. Ή μήπως όχι;
Υπάρχουν ακόμα μαχαραγιάδες στην Ινδία, τη χώρα που τους γέννησε και τους πλούτισε; Φυσικά και υπάρχουν, αν και το καθεστώς τους πλέον δεν έχει να κάνει με καμία μορφή εξουσίας ή διοίκησης αυτής της τεράστιας χώρας. Όταν έγινε η μετάβαση της Ινδίας από το βρετανικό αποικιακό καθεστώς στη δημοκρατία, ήταν απαραίτητο να καταργηθούν όλοι οι βασιλικοί τίτλοι, για να υπάρξει μια υποτυπώδης ενιαία διοίκηση του κράτους. Δεν γινόταν, όμως, να σβήσουν από το χάρτη οι πρώην, πλέον, βασιλικές οικογένειες, ούτε να στερηθούν τις τεράστιες περιουσίες που είχαν αποκτήσει, ούτε τα περιουσιακά στοιχεία που τους ανήκαν.

Μια μικρή “βουτιά” στην ιστορία
Όταν οι Βρετανοί πάτησαν πόδι στην ινδική υποήπειρο και έθεσαν το μεγαλύτερο μέρος της κάτω από την κυριαρχία τους, βρήκαν πολλές διαφορετικές μορφές διοίκησης. Όσες ήταν υποτυπώδεις τις “σκούπισαν” τελείως και έθεσαν αυτές τις περιοχές υπό άμεση διοίκηση με ειδικές διοικητικές περιοχές (τις λεγόμενες regencies). Υπήρχαν, όμως, και οργανωμένες κοινωνίες, με ιεραρχία και διοίκηση και δομές, με φορολογικό σύστημα, ακόμα και με ιδιωτικό στρατό. Σε αυτές τις περιπτώσεις οι Βρετανοί αποφάσισαν να κάνουν κάτι πιο χρηστικό: Έκαναν συμφωνία με τους τοπικούς βασιλιάδες, τους άφησαν ανέγγιχτους να κυβερνούν τις επικράτειές τους, να ζουν μέσα στη χλιδή και να εισπράττουν τους φόρους τους, αλλά προφανώς η Μεγάλη Βρετανία ήταν υπεύθυνη για τις εξωτερικές τους υποθέσεις. Κοντολογίς, μετατράπηκαν σε τοπικούς άρχοντες.
Για να τους κολακέψουν, μάλιστα, τους ονόμασαν όλους «μαχαραγιάδες». Μαχαραγιάς είναι σύνθετη λέξη, που σημαίνει «μέγας βασιλεύς», από τις ινδικές λέξεις «μάχα» (μεγάλος) και «ράτζα» (βασιλιάς).
Πόσοι ήταν αυτοί οι μαχαραγιάδες; Εκατοντάδες! Στην ιστορία του βρετανικού ρατζ, όπως ονομάστηκε η εποχή της αποικιοκρατίας στην Ινδία, είχαν αναγνωριστεί, ούτε λίγο, ούτε πολύ, ακριβώς 635 διαφορετικές τέτοιες οντότητες, τις οποίες οι Βρετανοί ονόμασαν «πριγκιπικές πολιτείες» (princely states). Υπήρχε, βέβαια, τεράστια ποικιλία ως προς το μέγεθος κάθε πολιτείας και τον πληθυσμό που είχε υπό την διοίκησή του κάθε μαχαραγιάς, άρα και τον πλούτο που μάζευε. Κάποιες πολιτείες, όπως το Κασμίρ ή η Χαϊντεραμπάντ, είχαν μεγαλύτερη έκταση ακόμα κι από ολόκληρη την Ελλάδα! Το 1/3, όμως, αυτών των «πολιτειών» είχε έκταση λιγότερη από 25 τετραγωνικά χλμ., στην ουσία ο μαχαραγιάς διοικούσε μόνο μερικά χωριά.

Το 1947 η Ινδία απέκτησε την ανεξαρτησία της από τη Βρετανία κι έγινε η μεγαλύτερη πληθυσμιακά δημοκρατία του κόσμου. Για να γίνει αυτό, η βρετανική διοίκηση φρόντισε να ξεγυμνώσει τους τοπικούς μαχαραγιάδες απ’ όλα τα διοικητικά τους προνόμια. Πότε με απευθείας συμφωνίες, πότε με απειλές, πότε ακόμα και με επεμβάσεις του στρατού σ’ όσους διαφωνούσαν, η χώρα απαλλάχτηκε από την εξουσία των πολυάριθμων βασιλικών οικογενειών. Το πιο σημαντικό, όμως, απ’ αυτά που κέρδισαν οι μαχαραγιάδες ήταν να διατηρήσουν τα πλούτη τους, κινητά και ακίνητα, σε πάνω από 90% των περιπτώσεων! Κράτησαν, επίσης, τους τίτλους τους, οι οποίοι δεν αναγνωρίζονται μεν επισήμως από το ινδικό κράτος, αλλά μπορούν να αποκαλούνται έτσι αν το επιθυμούν.
Αποτέλεσμα; Στην Ινδία διαβιούν σήμερα πάνω από 500 διαφορετικοί «βασιλικοί οίκοι», οικογένειες που με προίκα τα τεράστια πλούτη από το πρόσφατο παρελθόν έχουν μετατραπεί σε πανίσχυρους οικονομικούς παράγοντες, ειδικά σε τοπικό επίπεδο. Αυτοί και οι απόγονοί τους συνεχίζουν να ζουν μέσα στη χλιδή, με μοντέρνο βέβαια τρόπο, αλλά δεν παύουν και να υπενθυμίζουν το παρελθόν τους με οικογενειακές φωτογραφίες με τις παραδοσιακές φορεσιές τους, πολλές αναφορές στον ινδικό Τύπο, αλλά και επίκληση του βασιλικού τους παρελθόντος στις επίσημες τελετές, μέχρι και σε γάμους.
Πολλοί απ’ αυτούς τους σύγχρονους μαχαραγιάδες κάνουν τόσο χλιδάτη ζωή, που θεωρούνται πια μέλη όχι μόνο του ινδικού, αλλά και το διεθνούς τζετ-σετ. Θέλετε και παραδείγματα;

Δυναστεία Τζαϊπούρ
Αναμφισβήτητα ο πιο γνωστός απ’ αυτούς τους μαχαραγιάδες νέας κοπής είναι ο Παντμανάμπ Σινγκ, ο 36 ετών κληρονομικός πια ηγεμόνας του Τζαϊπούρ, που ανήλθε στο «θρόνο» το 2011. Ο Σινγκ έχει απασχολήσει πολλές φορές την διεθνή κουτσομπολίστικη κοινότητα, με τα συνεχή ταξίδια του ανά την υφήλιο, τον στόλο του με υπερπολυτελή αυτοκίνητα, αλλά και τις επιδείξεις μόδας στις οποίες έχει συμμετάσχει ως μοντέλο! Η περιουσία της οικογένειας εκτιμάται ότι ξεπερνάει τα 2,5 δις ευρώ, και προέρχεται κυρίως από αγοραπωλησίες ακινήτων και από αξιοποίηση των εντυπωσιακών παλατιών και βασιλικών κτισμάτων. Από το 2019 διατίθεται προς ενοικίαση μία «βασιλική σουίτα» στο ίδιο το παλάτι του κι έχει μπει μάλιστα στην πλατφόρμα Airbnb. Στο παρελθόν έχουν διανυκτερεύσει στο συγκεκριμένο δωμάτιο προσωπικότητες όπως η Όπρα Γουίνφρεϊ και η πριγκίπισσα Νταϊάνα.

Δυναστεία Παταούντι
Ο 55χρονος Σαϊντ Αλί Χαν Παταούντι είναι η πιο αναγνωρίσιμη φιγούρα ανάμεσα σ’ αυτούς τους πρίγκιπες. Ο ηγεμόνας της περιοχής της Χαριγιάνα στην κεντρική Ινδία εκμεταλλεύθηκε εξαρχής τον οικογενειακό πλούτο για να επενδύσει στην ισχυρή βιομηχανία του ινδικού κινηματογράφου, το γνωστό μας Bollywood. Εδώ και 35 χρόνια, όμως, ακολουθεί και καριέρα ηθοποιού, κυρίως στις (πολύ δημοφιλείς) ινδικές ρομαντικές κομεντί, στην αρχή ως ζεν πρεμιέ και τα τελευταία χρόνια πια με ρόλους μπαμπά πρωταγωνιστών και πρωταγωνιστριών. Έχει κάνει μερικές εμφανίσεις και σε αγγλικά φιλμ. Τα κέρδη του από τις κινηματογραφικές παραγωγές ξεπερνούν τα 100 εκ. ευρώ ετησίως.

Δυναστεία Μεβάρ
Οι άλλοτε βασιλιάδες του Ουνταϊπούρ, ενός από τα μεγάλα «πριγκιπικά» κρατίδια που σήμερα είναι μέρος της πολιτείας του Ρατζαστάν, εξελίχθηκαν σε μετρ του real estate στην περιοχή. Στην κεφαλή της οικογένειας είναι ο Μαχαράνα Αρβίντ Σινγκ Μεβάρ. Τα πλούτη τους ακόμα δεν έχουν υπολογιστεί ακριβώς, κι αυτό διότι οι τότε βασιλιάδες είχαν επινοήσει από τις αρχές του 20ου αιώνα τις offshore εταιρείες (!) και είχαν φροντίσει να μεταβιβάσουν εκεί τα ακίνητά τους. Σήμερα διαθέτουν πολλά πολυτελή ξενοδοχεία στην περιοχή, που έχει ως κύρια ατραξιόν το πρώην παλάτι τους, που έχει μετατραπεί πλέον σε τουριστικό χώρο και μουσείο και τους αποφέρει κέρδη εκατομμυρίων κάθε χρόνο.

Δυναστεία Ουαντιγιάρ
Κεφαλή της πρώην βασιλικής οικογένειας του κρατιδίου της Μισόρ, που βρίσκεται στα νοτιοοανατολικά παράλια της Ινδίας, στην σημερινή πολιτεία Καρνατάκα, είναι ο 33χρονος Γιαντουβίρ Ουαντιγιάρ -έχει και καμιά δεκαριά άλλα ονόματα. Ανέλαβε τα «βασιλικά» του καθήκοντα το 2015 και διευθύνει μια οικονομική αυτοκρατορία, που έχει στην κατοχή της το παλάτι της Μισόρ (που είναι και δημοφιλής τουριστική ατραξιόν), αλλά και χιλιάδες άλλα ακίνητα και μεγάλα κτήματα στην επαρχία. Υπολογίζεται ότι πάνω από το 20% της αγροτικής παραγωγής της πολιτείας περνάει από τα χέρια του. Έχει βοηθήσει πολύ την τοπική κοινότητα, με εκπαιδευτικά και οικονομικά προγράμματα, γι’ αυτό και όταν έθεσε υποψηφιότητα για την τοπική έδρα της ινδικής βουλής το 2024, εξελέγη άνετα.

Δυναστεία Γκουάλιορ
Ακόμα ένας μαχαραγιάς που επέλεξε το δρόμο της πολιτικής, κυρίως για να αποδείξει την επιρροή που έχει στον ντόπιο πληθυσμό παρά το ότι ο βασιλικός τίτλος δεν είναι, πλέον, επίσημος. Ο 54χρονος Τζιοριτανίτια Μανταβράο Σκίντια είναι ο «εστεμμένος» μαχαραγιάς του Γκουαλιόρ, μιας περιοχής στην περιοχή του Μαράθι (βορειοδυτική Ινδία), και εξελέγη επίσης βουλευτής το 2024. Δεν έμεινε, όμως, στον τιμητικό αυτό τίτλο, ανέλαβε και θέση υπουργού ανάπτυξης της Βορειοανατολικής Ινδίας στην κυβέρνηση του Ναρέντρα Μόντι. Η προσωπική του περιουσία ξεπερνάει τα 2 δις ευρώ και ασχολείται με real estate και τουρισμό (ξενοδοχεία).
Εξωτερική φωτογραφία: Ο Μαχαραγιάς Παντμανάμπχ Σινγκ / Getty Images / Ideal Image
