Η υψηλή αυτή οργανική κερδοφορία αναμένεται να τροφοδοτήσει γενναιόδωρες διανομές μερισμάτων προς τους μετόχους, οι οποίες υπολογίζεται ότι θα ανέλθουν στα 2,35 δισ. ευρώ φέτος.
Τόκοι και προμήθειες
Ποιοι είναι βασικοί λόγοι για το αξεπέραστο ρεκόρ κερδοφορίας των 4 τραπεζών την ίδια στιγμή που στην πραγματική οικονομία στενάζουν από ρευστότητα οι 740.000 μικρομεσαίες επιχειρήσεις, εάν εξαιρέσουμε τις 400 μεγαλύτερες εταιρείες της χώρας οι περισσότερες εκ των οποίων είναι θυγατρικές πολυεθνικών επιχειρήσεων;
Κατ’ αρχάς είναι τα υψηλά καθαρά έσοδα από τόκους: Αποτέλεσαν τη βασική πηγή εσόδων, αγγίζοντας τα 4,2 δισ. ευρώ για το σύνολο του κλάδου στο εξάμηνο. Παρά τις σταδιακές πιέσεις, το μεγάλο άνοιγμα (spread) μεταξύ των υψηλών επιτοκίων χορηγήσεων και των πολύ χαμηλών επιτοκίων καταθέσεων (κυρίως ταμιευτηρίου) διατήρησε την κερδοφορία σε επίπεδα-ρεκόρ. Η έκρηξη εσόδων από προμήθειες: Οι προμήθειες από τραπεζικές υπηρεσίες, συναλλαγές, κάρτες και διαχείριση κεφαλαίων λειτούργησαν ως «ατμομηχανή» ανάπτυξης, αποφέροντας περίπου 1,44 δισ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο του έτους.
Τα μεγάλα επιχειρηματικά δάνεια (που συνδέονται και με τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης), ενισχύθηκαν σημαντικά, ξεπερνώντας αθροιστικά τα 8,8 δισ. ευρώ σε νέα δάνεια.
Η συγκράτηση του λειτουργικού κόστους μέσα από τη συνεχιζόμενη ψηφιοποίηση των υπηρεσιών, τη μείωση του δικτύου των φυσικών καταστημάτων και ο περιορισμός του προσωπικού μέσω συνεχών προγραμμάτων εθελουσίας εξόδου που βοήθησαν στη διατήρηση του κόστους σε χαμηλά επίπεδα, ενισχύοντας τα τελικά λειτουργικά αποτελέσματα.
Ακόμη μία βασική αιτία, η εξυγίανση ισολογισμών μέσα από τη δραστική μείωση των «κόκκινων» δανείων (NPEs) μέσω του σχεδίου «Ηρακλής» που περιόρισε τις ανάγκες για νέες μεγάλες προβλέψεις, επιτρέποντας στα οργανικά έσοδα να περάσουν απευθείας στην καθαρή κερδοφορία.
Το asset management
Ταυτόχρονα σε πλήρη ισχύ δουλεύουν πλέον οι… μηχανές του asset management των ελληνικών τραπεζών, καθώς αναζητούν μεγαλύτερα έσοδα προμηθειών, σε ένα ευνοϊκό περιβάλλον οικονομικής ανάπτυξης και ικανοποιητικών αποδόσεων από τις αγορές χρήματος και κεφαλαίου. Ηδη τα υπό διαχείριση κεφάλαια των τραπεζών αυξάνονται θεαματικά και πλησίασαν κατά το α’ εξάμηνο του έτους τα 70 δισ. ευρώ.
Η στρατηγική στροφή των συστημικών τραπεζών προς τις εργασίες διαχείρισης περιουσίας (Asset και Wealth Management) αποδίδει εξαιρετικά αποτελέσματα, αποτελώντας πλέον βασικό πυλώνα για την ενίσχυση των εσόδων από προμήθειες. Τα συνολικά υπό διαχείριση κεφάλαια (AUMs) των τεσσάρων συστημικών ομίλων διαμορφώθηκαν στο εντυπωσιακό ποσό των 67,7 δισ. ευρώ.
Oι δραστηριότητες του asset management περιλαμβάνουν τη διαχείριση αμοιβαίων κεφαλαίων, τη δημιουργία και διαχείριση χαρτοφυλακίων για θεσμικούς και ιδιώτες επενδυτές (wealth management), και τη διάθεση επενδυτικών ασφαλιστικών προϊόντων (όπως τα αμοιβαία κεφάλαια unit-linked).
Η εκρηκτική άνοδος αυτών των κεφαλαίων συνδέεται άμεσα και με την ευρύτερη τιμολογιακή πολιτική των τραπεζών. Διατηρώντας τα επιτόκια στις προθεσμιακές καταθέσεις και τα προγράμματα ταμιευτηρίου σε χαμηλά επίπεδα, τα πιστωτικά ιδρύματα ωθούν ενεργά την πελατεία τους προς εναλλακτικές μορφές αποταμίευσης με προσδοκία υψηλότερης απόδοσης, όπως τα αμοιβαία κεφάλαια.
Μέσω αυτής της στοχευμένης πρακτικής διασταυρούμενων πωλήσεων (cross-selling), οι τράπεζες πετυχαίνουν έναν διπλό στόχο: αφ’ ενός αποτρέπουν την αύξηση του κόστους από ακριβές προθεσμιακές καταθέσεις και αφ’ ετέρου αυξάνουν θεαματικά τη δεξαμενή των υπό διαχείριση κεφαλαίων, εξασφαλίζοντας υψηλές και επαναλαμβανόμενες προμήθειες διαχείρισης.


