Στα τρία υφιστάµενα κοιµητήρια της Πάτρας (Α’, Β’ και Γ’) εξακολουθούν να υπάρχουν διαθέσιµες θέσεις ταφής, ωστόσο η επάρκεια χαρακτηρίζεται πλέον περιορισµένη. Η κατάσταση αυτή καθιστά αναγκαίο τον έγκαιρο σχεδιασµό για το µέλλον. Ήδη έχουν πραγµατοποιηθεί παρεµβάσεις και νέες χαράξεις, ενώ ενισχύεται η χρήση κοινών ταφικών σηµείων, καθώς όλο και περισσότεροι πολίτες στρέφονται σε οικονοµικότερες λύσεις. Παράλληλα, η ζήτηση για οικογενειακούς τάφους παραµένει υψηλή, κυρίως στις χαµηλότερες κατηγορίες, αυξάνοντας την πίεση στη διαχείριση των διαθέσιµων χώρων.

Καθοριστικό ρόλο στη σηµερινή εικόνα έπαιξε η περίοδος της πανδηµίας. Οι εκταφές δεν πραγµατοποιήθηκαν στους προβλεπόµενους χρόνους, µε αποτέλεσµα σηµαντικές καθυστερήσεις. Ενώ υπό κανονικές συνθήκες γίνονται περίπου στην τριετία, σε αρκετές περιπτώσεις χρειάστηκε να περάσουν έως και πέντε χρόνια. Αυτό είχε ως συνέπεια τη δέσµευση τάφων για µεγαλύτερο διάστηµα, µειώνοντας τη διαθεσιµότητα. Η συγκυρία δηµιούργησε µια «τεχνητή πίεση» που εξακολουθεί να επηρεάζει το σύστηµα µέχρι σήµερα.
Αναζήτηση νέου κοιµητηρίου
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δηµοτική αρχή κινείται προληπτικά για τη δηµιουργία νέου κοιµητηρίου, ώστε να αποφευχθούν µελλοντικά αδιέξοδα. Η αναζήτηση αφορά εκτάσεις περίπου 27–30 στρεµµάτων και βρίσκεται σε εξέλιξη εδώ και δύο χρόνια. Παρότι εξετάζονται συγκεκριµένες περιπτώσεις, καµία δεν έχει οριστικοποιηθεί. Σύµφωνα µε τον αρµόδιο αντιδήµαρχο Μιχάλη Αναστασίου, τα εµπόδια είναι πολλαπλά και κυρίως οικονοµικά. Ο Δήµος υποχρεούται να αγοράζει µε βάση την αντικειµενική αξία, ενώ οι ιδιοκτήτες ζητούν την εµπορική, η οποία µπορεί να είναι έως και πενταπλάσια. Το χάσµα αυτό δυσχεραίνει τις συµφωνίες και καθυστερεί τις διαδικασίες.
Εξίσου σηµαντικές είναι οι τεχνικές προϋποθέσεις για την επιλογή χώρου. Το έδαφος πρέπει να είναι κατάλληλο για ταφή, να πληροί περιβαλλοντικά κριτήρια και να βρίσκεται σε ασφαλή απόσταση από κατοικίες. Απαιτούνται επίσης εξειδικευµένες γεωλογικές και περιβαλλοντικές µελέτες πριν από οποιαδήποτε αγορά. Αυτό σηµαίνει ότι ακόµη και µια κατάλληλη έκταση δεν µπορεί να αξιοποιηθεί άµεσα χωρίς πλήρη τεκµηρίωση.


