Ο τραγουδιστής Στάθης Παρχαρίδης έφυγε ξαφνικά από τη ζωή σε ηλικία 59 ετών, σκορπίζοντας απέραντη θλίψη στον ποντιακό ελληνισμό.

Ο γνωστός τραγουδιστής και λυράρης άφησε την τελευταία του πνοή, βυθίζοντας στο πένθος την οικογένειά του, τους συναδέλφους του και το πλήθος του κόσμου που τον ακολούθησε σε μια πορεία σχεδόν τεσσάρων δεκαετιών. Ο Στάθης Παρχαρίδης σημείωσε μια πολυετή και συνεπή διαδρομή, αφιερωμένη ολοκληρωτικά στη διατήρηση και διάδοση της ποντιακής πολιτιστικής κληρονομιάς.
Γεννημένος στις 2 Απριλίου 1967 στην Κοζάνη, ο Στάθης Παρχαρίδης μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον όπου η ποντιακή παράδοση βρισκόταν στον πυρήνα της καθημερινότητας. Με ρίζες από το Πρωτοχώρι, τα Αλωνάκια Κοζάνης αλλά και το Καπίκιοϊ της Ματσούκας στην ευρύτερη περιοχή της Τραπεζούντας, η επαφή του με τη μουσική ήταν βιωματική.
Πήρε τα πρώτα ερεθίσματα από τον παππού του, Ευστάθιο Παρχαρίδη («Γραντζά»), τον πατέρα του Αναστάσιο και τον θείο του Χρήστο («Τσαφέτα»). Ξεκίνησε ως αυτοδίδακτος στη λύρα και στη συνέχεια, μαζί με τον αδελφό του Αλέξη, έκανε τα πρώτα του επαγγελματικά βήματα στο τραγούδι.
Με το πέρασμα των ετών, εξελίχθηκε σε μία από τις πιο αναγνωρίσιμες φωνές της γενιάς του. Εμφανίστηκε στα πλέον γνωστά ποντιακά κέντρα της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης («Κορτσόπον», «Λεμόνα», «Δυτικό Μέγαρο», «Μίθριο», «Αυλαία», «Παρακάθ’», «Ζιλ»), ενώ η δράση του ξεπέρασε τα ελληνικά σύνορα. Ταξίδεψε σε Γερμανία, Γαλλία, Ελβετία, Σουηδία, ΗΠΑ και Αυστραλία, ψυχαγωγώντας την ομογένεια.
Έντονο ήταν και το αποτύπωμά του στη δισκογραφία. Σε συνεργασία με τη VASIPAP κυκλοφόρησε τα CD «Το γεσιρόπον», «Μια βραδιά με τον Στάθη Παρχαρίδη» και «Φεγγιτοβέρ’», ενώ συμμετείχε και σε παραγωγές άλλων καλλιτεχνών.
Παράλληλα, εργάστηκε ως χοροδιδάσκαλος και χοράρχης σε συλλόγους της Δυτικής Μακεδονίας, ενώ παρέδιδε μαθήματα παραδοσιακής ποντιακής λύρας σε νέους μαθητές. Τον δρόμο του στο τραγούδι ακολούθησε και ο γιος του, Αναστάσιος Παρχαρίδης.


