Γράφει η Σοφία Καυκοπούλου

«Γιατί κλείνουμε τα μάτια μας όταν προσευχόμαστε, κλαίμε, φιλιόμαστε, ονειρευόμαστε;
Επειδή τα πιο όμορφα πράγματα στη ζωή δεν χρειάζεται να τα δούμε, αλλά να τα νοιώσουμε!»
Το πιο πάνω απόφθεγμα έπεσε στην αντίληψή μας τυχαία σε περιήγηση στα κοινωνικά δίκτυα. Η αλήθεια που περικλείει, ταίριαξε με την αρχή της συγγραφής του παρόντος άρθρου, και με τον προβληματισμό σχετικά με το τί μπορεί τελικά να πιστέψει ο άνθρωπος και μέχρι πού μπορεί να φτάσουν τα «πνευματικά» του μάτια.
Προκατάληψη κατά τον Γεώργιο Μπαμπινιώτη, ορίζεται μια προδιαμορφωμένη αρνητική στάση, κρίση ή γνώμη που έχει κάποιος για ένα πρόσωπο, ομάδα ή πράγμα, η οποία δεν βασίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα, λογικά επιχειρήματα ή προσωπική πείρα. Είναι ακόμη, μια πεποίθηση η οποία αντιπαρατίθεται ανυποχώρητα στη λογική, συχνά επηρεασμένη από στερεότυπα.
Συνδυάζοντας τους δύο ορισμούς της έννοιας, μπορούμε να την αποδώσουμε σε μια ομάδα ανθρώπων που έχοντας παρωπίδες, δεν μπορούν να δουν καθαρά. Συχνά, ο χαρακτηρισμός αποδίδεται στους πιστεύοντες και αυτούς που έχουν πνευματικό υπόβαθρο. Προσδιορίζει εκείνους δε που έχουν σχέση με το θείο, ως ένθεα όντα, από τους εναντίους· εκείνους που αυτό-θεωρούνται ως λογικοί, άθεοι ή γνωστικιστές.
Εκείνοι ωστόσο, που κατηγορούν τους ανθρώπους που πιστεύουν σε οτιδήποτε μη απτό, ότι έχουν παρωπίδες, αλλά οι ίδιοι δεν είναι ικανοί να ανοίξουν τους ορίζοντές τους και δεν μπορούν να πιστέψουν σε κάτι περισσότερο από αυτό που βλέπουν, δεν μπορούν αντιστρόφως να ονοματιστούν ως προκατειλημμένοι;
Αλλά τι μπορεί να πιστέψει ο άνθρωπος από αυτά που δεν μπορεί να δει και να αγγίξει;
Και πόσο ανεπτυγμένη πρέπει να είναι η λεγόμενη έκτη αίσθηση για να αντιληφθεί το πέρα από το ορατό;
Σε αυτά τα ερωτήματα μπορεί να απαντήσει η πίστη. Όχι τυφλή και παραδομένη στη μισαλλοδοξία, αλλά γεμάτη θέληση για κατανόηση και ζωή. Γιατί το μάτι φτάνει να δει ως ένα σημείο, όμως αυτό δε σημαίνει πως δεν υπάρχει κι άλλο πιο πέρα, που απλώς δεν το βλέπουμε…
Έτσι, βλέποντας πέρα από όσο φτάνει το μάτι, οι ορίζοντες του ανθρώπου ανοίγουν, τα αισθητήρια αποκτούν μεγαλύτερη ισχύ, ο νους αυξάνει, η καρδιά μεγαλώνει και χωράει τους πάντες. Είναι όπως ο έρωτας η πίστη. Είναι θείος έρωτας. Διότι όταν πιστεύεις με όλο σου το είναι σε κάτι, τότε το βλέπεις να σχηματίζεται μπροστά σου, να παίρνει σάρκα και οστά, το φέρνεις δίπλα σου και το κάνεις συνοδοιπόρο.
Συχνά το να πιστεύεις κάτι το οποίο δεν μπορείς να δεις και να αγγίξεις, σε κάνει ευάλωτο και τρωτό για τον κόσμο, όμως όλα τα μεγαλειώδη πράγματα είναι άυλα και δεν τα πιάνουμε! Το θέμα λοιπόν, δεν είναι να φέρεις στα ανθρώπινα, τα θεϊκά και να εκλογικεύσεις τα ουράνια, αλλά να αφεθείς να ταξιδέψεις! Να γνωρίσεις τον πνευματικό κόσμο και ποιος ξέρει; Ίσως καταφέρεις να αναρριχηθείς στις ατραπούς της αληθινής ζωής. Κι έτσι γίνεσαι άτρωτος και δυνατός περισσότερο απ’ όσο φαντάζεσαι.


