Του Κωνσταντίνου Μάγνη, δημοσιογράφου
ΠΟΙΟΣ ΑΠΟΦΑΣΙΖΕΙ ΜΙΣΤΕΡ ΝΤΙΚΕΝΣ;
«Εντάξει, ρε Ντίκενς» είπε ο Σκρουτζ. «Εχεις το γράφειν και σε παίρνει να κάνεις ρεντίκολο τον άλλον. Κι έτσι θα μείνω στην ιστορία σαν η επιτομή του μισάνθρωπου που απεχθάνεται τη χαρά του λαουτζίκου».
«Γιατί, ψέματα γράφω; Δεν έχεις χαλαστεί με τα Ξωτικά; Με το καλεντάρι στο χέρι είσαι, πότε θα έρθει του Αη γιαννιού για να φύγουν τα Ξωτικά για τον κάτω κόσμο μπας και ησυχάσεις στο ερημητήρι σου, σαν άθρησκος καλόγερος. Και μαζί να χαθεί και ο κοσμάκης που τα χαιρότανε» τον αποστόμωσε ο Ντίκενς. Θέλει και τα ρέστα ο Σκρούτζ;
Αμ τα θέλει. «Ακου να σου πω, Ντίκενς. Τα Χριστούγεννα, εντάξει, τα κατάπια, συμβιβάστηκα. Κάνω και δώρα, να φανταστείς χωρις το χερι μου να σαπιζει. Αλλά τα Χριστούγεννα βαστάνε μια βδομάδα, άντε δύο. Αχέλατα, τζινγκλ μπελς, Αγιος Σινάτρα έρχεται και τα ρέστα. Και γειά σας. Τα Ξωτικά όμως, αρχίζουν πλέον πριν τον Αγιαντρέα, το φαντάζεσαι; Πότε γεννήθηκε ο Χριστός, ρε συ; Νοέμβριο;»
«Δεν έχουν αποφασίσει οι αστρολόγοι. Πάντως γεννήθηκε πριν σταυρωθεί ο Αγιος Ανδρέας, όπως καταλαβαίνεις»
«Και καλά οι αστρολόγοι, Ντικενς. Αλλά ποιος είναι εκείνος που αποφασίζει ότι τα Ξωτικά θα διαρκέσουν δυόμιση μήνες, και συνεπώς σε ένα διάστημα έντεκα εβδομάδων θα πρέπει η γειτονιά μου να ζει πολιορκημένη από πούλμαν, παραταγμένα παρατύπως και επικινδύνως στην Ηρώων Πολυτεχνείου σαν τρακτέρ των Μαλγάρων; Ποιος αποφασίζει ότι είναι θεμιτό να μην μπορώ να μετακινήσω το ΙΧ μου χωρίς τη μεσολάβηση των υπαλλήλων του ιδιώτη που εκμεταλλεύεται τη διοργάνωση οι οποίοι, ευγενώς και φιλότιμα, μούσκεμα ενίοτε από τη βροχή, υποκαθιστούν την τροχαία ως διεκπεραιωτές της κίνησης σε δημόσιο χώρο; Ποιος αποφασίζει ότι για έντεκα εβδομάδες, μείον τις ημέρες με ευλογημένη κακοκαιρία, θα συμβιώνω με φωνούλες, σκουσμάρια παιδιών που άγονται και φέρονται από πρωίας μέχρι νυκτός στην Αιγύπτου, μια οδό τυφλή μεν, αλλά όχι και κωφή, που επί δυόμιση μήνες μετατρέπεται σε πεζόδρομο μετά τροχοφόρων που αυτοσχεδιάζουν με ελιγμούς και κορναρίσματα; Ποιος αποφασίζει ότι θα πρέπει καθημερινά, από τις έντεκα το βράδυ που τα Ξωτικά αποσύρονται χωρίς να παύει η εσωτερική ζωή του χωριού τους, να υφίσταμαι γκαρίκλες από την αποχωρούσα πελατεία στην οποία κανείς δεν έχει μπει στον κόπο να εξηγήσει ότι διέρχονται από κατοικημένη περιοχή και όχι από πάρκινγκ μπουζουκτσίδικου;»
«Επιτέλους, Σκρουτζ, οι Πολλοί επιβάλλουν τη θέλησή τους στους Λίγους. Κανόνας της δημοκρατίας».
«Σύμφωνοι. Τα ευχάριστα είναι πάντα προτιμότερα από τα ουδέτερα, όταν γίνονται σε βάρος του άλλου. Ποιος αποφάσισε ωστόσο ότι ισχύει η θέληση αυτή; Ποιος ανέλαβε να ερμηνεύει τη λαϊκή βούληση; Με ποια διαδικασία πιστοποιήθηκε η συγκεκριμένη βούληση; Συνήλθε κάποιο δημοκρατικό όργανο ή τρέχουν οι αυτοδιοικητικοί μας και οι υπηρεσίες να στοιχηθούν πίσω από ιδιωτικά συμφέροντα από τα οποία εξαρτώνται ψήφοι και αλληλοεξυπηρετήσεις, με φόντο τη Χαρά του Παιδιού, για να κρύψουμε σαν πόλη την θλιβερή απουσία ψυχαγωγικών δομών για την οικογένεια; Και, εν κατακλείδι, Ντίκενς, στη
δημοκρατία ισχύει και η αρχή της αναλογικότητας. Δηλαδή, ναι, να τα κάνουμε τα
Ξωτικά, αλλά να βρούμε πόση διάρκεια θα έχουν σε σχέση με τη σημασία τους και τις
ανάγκες που πρέπει να γίνονται σεβαστές σε μία πόλη. Και βεβαίως να βρούμε με ποιόν
τρόπο θα εξυπηρετείται το κύμα των επισκέψεων χωρίς να γίνεται μικροκόλαση διαρκείας
η ζωή των περιοίκων. Και όχι να κάνουμε την κορόιδα επειδή ο λαός τραγούδι θέλει.
Παραβλέποντας και κάτι ζητηματάκια ασφαλείας σε σχέση με τροχοφόρα, οπισθοπορείες,
πυροτεχνήματα και τα λοιπά. Και πού’ σαι Ντίκενς. Λίγο καιρό θα ξαποστάσει
η περιοχή και μετά θα αρχίσουν εποχικά φεστιβάλ, στριτ φουντ, ξεφαντώματα, συναυλίες,
ιβέντ, χάπενινγκ και ταχαμουδήθενινγκ μέχρι να ξαναπάει Νοέμβριος και επιστρέψουν τα
ξωτικά για να αντικαταστήσουν τα χελιδόνια. Αλλά ξέρεις γιατί γίνονται αυτά, Ντίκενς; Διότι
παριστάνουμε τη δημοκρατική πόλη, αλλά δεν υπάρχει αίσθηση συλλογικότητας, κοινοτική
συνείδηση, πίστη σε διαδικασίες, αυτοδιοικητικά κύτταρα και ουσιαστική εμπιστοσύνη σε
αρχές και κανόνες. Αφασία, εαυτουλισμός και Νετφλιξ»
Ο Ντίκενς έκοψε την κουβέντα. Ηξερε ότι έχει βρει υλικό για ένα διήγημα που θα τον έκανε
διάσημο. Μόλις ο Σκρουτζ θα πήγαινε για ύπνο, θα του έστελνε Ξωτικά για να τον φέρουν
στον ίσιο δρόμο, στον δρόμο των Πολλών.



