Πρόκειται για τους: Αντώνης Μανώλης, Δαμιανός Νίνης, Γκίκας Βούλγαρης, Γεώργιος Βασιλάκης, Κωνσταντίνος Στρομπόλης, Γεώργιος Λαρίτσος και Νικόλαος Παπανδρέας.
Οι επτά ναυτικοί κατά τη διάρκεια του πολύμηνου ταξιδιού τους κρατήθηκαν στο δεύτερο αμπάρι του πλοίου, αντιμετωπίζοντας φρικτές συνθήκες και χωρίς να μπορούν να συνεννοηθούν με κανέναν καθώς δεν γνώριζαν αγγλικά. Στο Σίδνεϋ, οι 7 Έλληνες τέθηκαν στις υπηρεσίες των αποικιακών αρχών εκτελώντας καταναγκαστικά έργα ενώ αξιοποιήθηκαν γρήγορα και οι γνώσεις τους στην οινοποιία.
Η σύλληψή τους
Στις 29 Ιουλίου 1827, κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης, το πλήρωμα της υδραίικης σκούνας «Ηρακλής», με καπετάνιο τον Αντώνιο Μανώλη, κούρσεψε νότια της Κρήτης το βρετανικό εμπορικό μπρίκι «Alceste» (ή «Άλκηστη»), που κατευθυνόταν από τη Μάλτα στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου. Η λεία τους δεν ήταν μεγάλης αξίας αλλά ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη καθώς απέσπασαν είδη πρώτης ανάγκης, θειάφι, σκοινιά, σκεύη και πιπέρι ενώ δεν πείραξαν τους Βρετανούς ναυτικούς.
Σύμφωνα με τον ιστορικό Μιχάλη Τσούνη και σχετικά δημοσιεύματα, (όπως αυτό του SBS Greek), οι ναυτικοί δεν ήταν πειρατές που κούρσεψαν το βρετανικό πλοίο για να αφαιρέσουν αντικείμενα και τιμαλφή αλλά πατριώτες που εμπόδιζαν τους Βρετανούς να προμηθεύουν τους Οθωμανούς με όπλα στην Αίγυπτο.
Δύο μέρες μετά το περιστατικό, το βρετανικό αντιπειρατικό πολεμικό πλοίο «Gannet», που εκτελούσε περιπολίες στην Κρήτη, συνέλαβε το ελληνικό σκάφος και οδήγησε τα 43 μέλη του πληρώματος στη Μάλτα.
Η μη αντικειμενική δίκη
Ο Αντιναύαρχος Έντουαρντ Κόνδριγκτον, γνωστός από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου, προέδρευε στο δικαστήριο μαζί με τον δικαστή Τζον Στόνταρτ. Ο Κόνδριγκτον είχε στείλει πέντε φορές έγγραφες διαμαρτυρίες στην ελληνική πλευρά ζητώντας την περιστολή της πειρατείας. Το γεγονός ότι είχε απέναντι του πειρατές, δεν τον έκανε και τον πιο αντικειμενικό δικαστή, σύμφωνα με τους Μαλτέζους ιστορικούς.
Το σώμα των ενόρκων αποτελείτο από 3 Άγγλους, 3 Μαλτέζους, 4 Σικελούς, 1 Γάλλο και 1 Ισπανό. Την υπεράσπιση ανέλαβε ο Φραντζέσκο Τορεγιάνι, υποστηρίζοντας ότι βάσει διεθνούς δικαίου οι κατηγορούμενοι είχαν δικαίωμα αναχαίτισης πλοίου με προορισμό την εχθρική Αλεξάνδρεια. Οι κατήγοροι Τζιοβάνι Βέλα και Γκίο Σαταριάνο αντέτειναν ότι αφαιρέθηκαν προσωπικά τιμαλφή ενώ αφέθηκαν τα στρατιωτικά αντικείμενα.
Μετά από 88 ώρες συζήτησης κεκλεισμένων των θυρών, δύο κατηγορούμενοι, οι Πέτρος Λαλάχος και Πέτρος Θεοδόσης Μπουφ, αθωώθηκαν καθώς δεν αναγνωρίστηκαν από μάρτυρες, ενώ οι υπόλοιποι 7 καταδικάστηκαν σε θάνατο. Επειδή αμφισβητήθηκε η εγκυρότητα της διαδικασίας, η κυβέρνηση της Μάλτας απέστειλε τα έγγραφα στο Λονδίνο και η εκτέλεση ανεστάλη. Τελικά, η θανατική ποινή μετατράπηκε σε μόνιμη εξορία και καταναγκαστικά έργα στη Νέα Νότια Ουαλία, είτε λόγω του φιλέλληνα γραμματέα Αποικιών Ουίλιαμ Χάσκινσον, είτε επειδή κρίθηκε ότι οι κατάδικοι θα ήταν πιο χρήσιμοι εκεί. Μέχρι σήμερα, δεν έχει γίνει γνωστό ποιο από τα δύο σενάρια ισχύει.
Ο επαναπατρισμός
Μετά την κήρυξη της ανεξαρτησίας, το 1834, η ελληνική διπλωματία κινητοποιήθηκε για τον επαναπατρισμό των επτά καταδίκων με πρωτοβουλία του Σπυρίδωνα Τρικούπη. Το 1836 οι Βρετανοί τους έδωσαν αμνηστία και η Ελλάδα κατέβαλε 4.921 δραχμές για τα έξοδα μεταφοράς τους. Δεν επέστρεψαν όμως και οι επτά στην Ελλάδα. Οι πέντε που επέστρεψαν ήταν οι: Νίνης, Βασιλάκης, Στρομπόλης, Λαρέντζος και Παπανδρέας.
Ο Αντώνης Μανώλης επέλεξε να παραμείνει στο Σίδνεϋ όπου εργάστηκε ως κηπουρός και αγρότης. Το 1854, σε ηλικία 50 ετών, έγινε ο πρώτος Αυστραλός υπήκοος ελληνικής καταγωγής. Πέθανε σε ηλικία 76 ετών στις 22 Σεπτεμβρίου 1880 στο Πίκτον.
Στην Αυστραλία, παρέμεινε επίσης, ο Γκίκας Βούλγαρης, ο οποίος απέκτησε περιουσία. Έγινε Αυστραλός υπήκοος το 1861 και άλλαξε το όνομά του σε Τζίγκερ. Παντρεύτηκε την Ιρλανδή Μαίρη Λάιονς (Mary Lyons) και απέκτησε 10 παιδιά και 52 εγγόνια, με τους απογόνους του να έχουν ενταχθεί στην ιρλανδική και καθολική κοινότητα. Το 2012, με πρωτοβουλία της Ελληνικής Ομογένειας της Καμπέρας, αναδείχθηκε το μνήμα του Βούλγαρη, με την τοποθέτηση νέας μαρμάρινης πλάκας, με την επιγραφή «Σε παντοτινή μνήμη του πρωτοπόρου εποίκου Γκίκα Βούλγαρη».
Τους επτά αυτούς καταδίκους, οι οποίοι ήταν οι πρώτοι Έλληνες που πάτησαν το πόδι τους στην Αυστραλία, ακολούθησαν αργότερα σκασιάρχες ναυτικοί που εγκατέλειπαν τα πλοία τους αναζητώντας μια καλύτερη τύχη στην ήπειρο των 8.000.000 τ.χλμ.

Οι ανεπίσημες αναφορές και η πρώτη Ελληνίδα
Αν και τα επίσημα αρχεία καταγράφουν την άφιξη του 1829, υπάρχουν και άλλες αναφορές σχετικά με το ποιος Έλληνας πάτησε πρώτος το πόδι του στην Αυστραλία, οι οποίες επικαλούνται ιστορικά ντοκουμέντα από εφημερίδες της εποχής.
Σύμφωνα με τον κ. Κώστα Μάρκο, στην εφημερίδα «Νέος Κόσμος», ο πρώτος Έλληνας έφτασε το 1811 στην Αυστραλία και λεγόταν Γεώργιος Μανουήλ ή Εμμανουήλ και πέθανε το 1878 σε ηλικία 101 ετών. Ο ίδιος φέρεται να υποστήριζε ότι υπολέμησε υπό τον Λόρδο Νέλσον το 1798. Άλλα αναφορές, εστιάζουν στο μέλος του βρετανικού πληρώματος εποικισμού, Γιώργο Παππά, ο οποίος παντρεύτηκε Αβορίγινα και εγκαταστάθηκε στο Σίδνεϋ. Αναφέρεται πως αυτό έγινε το 1814.
Προφορικές παραδόσεις, ωστόσο, αναφέρουν, πως ο πρώτος Έλληνας που πάτησε το πόδι του στην Αυστραλία, ήταν ο Υδραίος Καπετάνιος Δαμιανός Γκίκας, χωρίς όμως να υπάρχουν αρχειακές πηγές που να το επιβεβαιώνουν. Αυστραλιανές εφημερίδες του 1900 αναφέρουν κι άλλες αφίξεις Ελλήνων μεταξύ 1803 και 1820.
Όσον αφορά την πρώτη Ελληνίδα, η οποία βρέθηκε στην Αυστραλία, αναφέρεται πως ήταν η Αικατερίνη Πλέσσου (ή Πλέσσα) από την Ήπειρο και η οποία παντρεύτηκε Βρετανό στρατιωτικό τη δεκαετία του 1820.
Πώς έγινε η Αυστραλία τόπος καταδίκων
Η Αυστραλία ανακαλύφθηκε νωρίς από Ολλανδούς και Πορτογάλους, αλλά τον Απρίλιο του 1770 ο Ουαλός Κάπταιν Κουκ τη διεκδίκησε για το αγγλικό στέμμα. Μετά την Αμερικανική Επανάσταση του 1776, η Βρετανία έχασε τη δυνατότητα μεταφοράς καταδίκων στην Αμερική. Έτσι, τον Μάρτιο του 1787 αποφασίστηκε η αποστολή καταδίκων στην Αυστραλία.
Στις 26 Ιανουαρίου 1788, μετά από 8 μήνες ταξίδι, έφτασαν στο Μπότανι Μπέυ 11 πλοία με 1.487 άτομα. Οι 778 ήταν κατάδικοι, ανάμεσά τους 192 γυναίκες. Οι υπόλοιποι ήταν φρουροί και στρατιώτες με τις οικογένειές τους. Λόγω λειψυδρίας και ξηρασίας, ο κάπταιν Άρθουρ Φίλιπ τους οδήγησε 12 χιλιόμετρα βορειότερα σε ένα φιλόξενο λιμάνι, δημιουργώντας τον οικισμό Σίδνευ, από το όνομα του Υπουργού Στρατιωτικών και Αποικιών της Αγγλίας και εκτοπίζοντας τους ιθαγενείς. Η μέρα αυτή γιορτάζεται ως «Η Ημέρα της Αυστραλίας».


