Οταν ο Αλέξανδρος Α΄ θέλησε να τρέξει στους Ολυμπιακούς Αγώνες, οι συναθλητές του αντέδρασαν: υποστήριζαν ότι δεν ήταν Ελληνας και επομένως δεν είχε δικαίωμα συμμετοχής. Ηταν στις αρχές του 5ου αιώνα π.Χ. και ο βασιλιάς της Μακεδονίας, πρόγονος του Μεγάλου Αλεξάνδρου, διεκδικούσε μια θέση στον αγώνα δρόμου του σταδίου. Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο, διηγείται ο Τζόναθαν Χολ, χρειάστηκε να αποδείξει στους ελλανοδίκες ότι η οικογένειά του καταγόταν από το Αργος για να του επιτραπεί να αγωνιστεί.
Η αφήγηση του Ηροδότου θέτει ένα ερώτημα που σήμερα μπορεί να μας φαίνεται παράξενο: τι έκανε κάποιον Ελληνα στα μάτια των άλλων Ελλήνων; Η γλώσσα, η καταγωγή, οι θεοί που λάτρευε, ο τρόπος που ζούσε;

Ο Τζόναθαν Χολ, καθηγητής Ιστορίας και Κλασικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο του Σικάγο από το 1996, μελετά εδώ και δεκαετίες πώς διαμορφώθηκε η ελληνική ταυτότητα. Στο νέο βιβλίο του, «Being Greek in the Greek World» που κυκλοφορεί από το Cambridge University Press, επιστρέφει στο θέμα σχεδόν 25 χρόνια μετά την προηγούμενη μελέτη του.
«Θα ήθελα να πιστεύω ότι πολλές από τις υποθέσεις μου έχουν αντέξει στη δοκιμασία του χρόνου. Υπάρχουν, όμως, ορισμένα πεδία στα οποία θεωρώ ότι η σκέψη μου έχει εξελιχθεί», λέει στην «Κ».
Οι πολλαπλές ταυτότητες των αρχαίων Ελλήνων
Στο βιβλίο του, ο Τζ. Χολ εξετάζει τις διαφορετικές ομάδες στις οποίες μπορούσε να ανήκει ένας άνθρωπος, από την οικογένεια και την πόλη του έως κοινότητες που απλώνονταν πέρα από αυτήν. «Οι αρχαίοι Ελληνες, όπως και οποιοσδήποτε άλλος, μπορούσαν να ταυτίζονται με πολλές διαφορετικές ομάδες. Η πόλη είναι το πιο προφανές παράδειγμα, μαζί με τις επιμέρους ομάδες στο εσωτερικό της, τις θρησκευτικές ενώσεις και, ιδιαίτερα για τις ελίτ, τις οικογένειες», εξηγεί. Το ενδιαφέρον του καθηγητή στρέφεται κυρίως στους δεσμούς που ξεπερνούσαν την πόλη, χωρίς να καλύπτουν το σύνολο του ελληνικού κόσμου: «Στο νέο βιβλίο μου εξετάζω επτά “στιγμιότυπα”, από διαφορετικούς τόπους και περιόδους, για να διερευνήσω ταυτότητες που υπερέβαιναν την πόλη, χωρίς όμως να φθάνουν σε μια συνολική ελληνική ταυτότητα – για παράδειγμα, ομάδες που αυτοπροσδιορίζονταν ως Αχαιοί, Δωριείς, Ιωνες και Γραικοί».
Στην «Ιλιάδα» ο όρος «Ελληνες» αφορά μόνο τους πολεμιστές που έχει υπό τις διαταγές του ο Αχιλλέας.
Πότε, λοιπόν, οι επιμέρους αυτές ταυτότητες έδιναν τη θέση τους στον κοινό αυτοπροσδιορισμό «Ελληνες»; «Μέσα σε αυτό το πλέγμα δεσμών, οι άνθρωποι πιθανότατα αυτοπροσδιορίζονταν ως Ελληνες σχετικά σπάνια και μόνο υπό συγκεκριμένες συνθήκες. Για παράδειγμα, όταν πολλές ελληνικές κοινότητες αντιμετώπιζαν μια απειλή για την ίδια τους την ύπαρξη από εξωτερικούς εχθρούς, όπως οι Πέρσες ή οι Ρωμαίοι», σχολιάζει ο κύριος Χολ. Η ονομασία «Ελληνες», άλλωστε, δεν είχε πάντοτε το εύρος που της δίνουμε σήμερα. «Στις γραπτές πηγές που έχουν φθάσει έως τις μέρες μας, οι Eλληνες δεν χρησιμοποιούν το “Eλληνες” ως συλλογικό όρο για να περιγράψουν τον εαυτό τους πριν από τις πρώτες δεκαετίες του 6ου αιώνα π.Χ., δηλαδή μετά την εποχή του Ομήρου και του Ησιόδου», εξηγεί ο κ. Χολ. Στην «Ιλιάδα», για παράδειγμα, ο όρος αφορά μόνο τους πολεμιστές που έχει υπό τις διαταγές του ο Αχιλλέας. «Δεν θεωρώ αυτονόητο ότι η κοινωνία που περιγράφεται στα ομηρικά έπη αντιλαμβανόταν αναγκαστικά τον εαυτό της ως ελληνική», σημειώνει ο ιστορικός.

Τα ομηρικά έπη ως όχημα έκφρασης της ελληνικότητας
Τα ίδια τα έπη, όμως, θα συνέβαλλαν αργότερα στη διαμόρφωση αυτής της συνείδησης. «Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι στους επόμενους αιώνες έγιναν όχημα έκφρασης της ελληνικότητας. Το γεγονός ότι είχαν συντεθεί σε μια τεχνητή διάλεκτο, που κανείς δεν μιλούσε, αλλά ήταν, απ’ ό,τι φαίνεται, κατανοητή από όλους, εξασφάλισε την ευρεία διάδοσή τους». Οι Eλληνες που τα άκουγαν, ιδιαίτερα οι ελληνόφωνες ελίτ, μπορούσαν να αναγνωρίσουν σε αυτά αντιλήψεις και αξίες που συμμερίζονταν. Το να αναγνωρίζουν, όμως, ότι ανήκαν σε ένα ευρύτερο σύνολο δεν σήμαινε ότι θα πολεμούσαν όλοι στην ίδια πλευρά. «Από τις εκατοντάδες ελληνικές πόλεις που υπήρχαν σε ολόκληρη τη Μεσόγειο, μόλις 31 ενώθηκαν για να επιχειρήσουν να αποκρούσουν την περσική εισβολή του 480 π.Χ. Επιπλέον, όση ενότητα επιτεύχθηκε ήταν βραχύβια: μόλις 50 χρόνια αργότερα, ο ελληνικός κόσμος οδηγήθηκε σε εσωτερική σύγκρουση, όταν οι συνασπισμοί που είχαν συγκροτήσει η Αθήνα και η Σπάρτη βρέθηκαν αντιμέτωποι στον Πελοποννησιακό Πόλεμο», υπενθυμίζει ο κύριος Χολ.
Οι Αθηναίοι είχαν και πολιτικό λόγο να συντηρούν αυτή την αντίθεση, καθώς η ηγεμονία τους στηριζόταν στην άμυνα απέναντι σε μελλοντικές περσικές εισβολές.
Οι Περσικοί Πόλεμοι είχαν, πάντως, αφήσει το αποτύπωμά τους στον τρόπο με τον οποίο οι Eλληνες έβλεπαν τον εαυτό τους. «Eχω υποστηρίξει ότι λειτούργησαν ως καταλύτης για έναν νέο τρόπο προσδιορισμού της ελληνικής ταυτότητας, που στηριζόταν λιγότερο στην αναζήτηση κοινών στοιχείων ανάμεσα στις ομάδες των ελληνόφωνων και περισσότερο στην ανάδειξη των διαφορών τους από τους “βαρβάρους”», εξηγεί. Η αλλαγή αυτή διακρίνεται καθαρότερα στην Αθήνα, ιδιαίτερα στα έργα των τραγικών. Οι Αθηναίοι είχαν και πολιτικό λόγο να συντηρούν αυτή την αντίθεση, καθώς η ηγεμονία τους στηριζόταν στην άμυνα απέναντι σε μελλοντικές περσικές εισβολές. Το πόσο διαδόθηκαν αυτές οι αντιλήψεις αλλού είναι δυσκολότερο να διαπιστωθεί, επειδή οι γραπτές μαρτυρίες από άλλες περιοχές είναι πολύ λιγότερες.
Τι έβλεπαν οι αρχαίοι σε έναν κούρο;
Αντίστοιχα, η ζωή στις μεικτές κοινότητες της Μεσογείου δείχνει πώς άνθρωποι διαφορετικής προέλευσης μπορούσαν σταδιακά να αποκτήσουν μια κοινή ταυτότητα. Στο Μεταπόντιο της Ιταλίας και στη Ναύκρατι της Αιγύπτου, ο Χολ εξετάζει ακριβώς αυτή τη συμβίωση. Οι παλαιότερες αφηγήσεις παρουσίαζαν τους Eλληνες αποίκους της νότιας Ιταλίας και της Σικελίας να εγκαθίστανται σε ακατοίκητους τόπους ή να εκδιώκουν τους ντόπιους. Τα αρχαιολογικά ευρήματα και νεότερες μέθοδοι, όπως η μελέτη αρχαίου DNA, δίνουν μια διαφορετική εικόνα. «Eχει γίνει σαφές ότι σε πολλές περιπτώσεις οι ελληνόφωνοι συμβίωναν με τους αυτόχθονες πληθυσμούς σε αυτούς τους νέους οικισμούς και δεν αποτελούσαν καν πάντοτε την πλειονότητα», εξηγεί. «Ωστόσο, έπειτα από γενιές, οι κοινότητες αυτές εμφανίζονται στις ιστορικές πηγές ως αναμφίβολα ελληνικές πόλεις. Αυτό σημαίνει ότι οι αυτόχθονες κάτοικοι έφθασαν τελικά να αυτοπροσδιορίζονται ως Eλληνες και να υιοθετήσουν την ελληνική γλώσσα. Iσως να θεωρούσαν τα ελληνικά “γλώσσα κύρους”, κάτι που θα υποδήλωνε ότι οι παράγοντες αυτής της προσαρμογής ήταν τόσο κοινωνικοί όσο και εθνοτικοί», σχολιάζει ο κύριος Χολ.
Oι αυτόχθονες κάτοικοι έφθασαν τελικά να αυτοπροσδιορίζονται ως Eλληνες και να υιοθετήσουν την ελληνική γλώσσα. Ισως να θεωρούσαν τα ελληνικά “γλώσσα κύρους”, κάτι που θα υποδήλωνε ότι οι παράγοντες αυτής της προσαρμογής ήταν τόσο κοινωνικοί όσο και εθνοτικοί.
Μια εικόνα αυτής της συνύπαρξης διασώζει και η ελληνική επιγραφή που χαράχθηκε το 591 π.Χ. στο πόδι ενός κολοσσιαίου αγάλματος του Ραμσή Β΄, στο Αμπού Σίμπελ της Αιγύπτου. Μνημονεύει Eλληνες μισθοφόρους στην υπηρεσία του τότε φαραώ Ψαμμήτιχου Β΄. «Ορισμένα από τα ονόματα που καταγράφονται φαίνεται να είναι αιγυπτιακά ή ελληνικές προσαρμογές αιγυπτιακών ονομάτων, παρότι οι πατέρες τους έχουν συνηθισμένα ελληνικά ονόματα. Αυτό θα μπορούσε να υποδηλώνει ότι οι μητέρες τους ήταν Αιγύπτιες. Τουλάχιστον, αφήνει να διαφανεί ένα πολυεθνοτικό και πολύγλωσσο περιβάλλον», παρατηρεί ο Χολ.
Τα υλικά κατάλοιπα, βέβαια, δεν δίνουν πάντοτε τόσο σαφείς ενδείξεις για την ταυτότητα των ανθρώπων. Ο κύριος Χολ προτείνει να το έχουμε αυτό κατά νου όταν επισκεπτόμαστε ένα μουσείο. Χαρακτηρίζοντας ένα άγαλμα «ελληνικό», ακολουθούμε την ταξινόμηση των ιστορικών της τέχνης με βάση την προέλευση και τη μορφή του. «Δεν είναι όμως καθόλου αυτονόητο ότι ένας αρχαίος θεατής θα αντιλαμβανόταν αναγκαστικά αυτά τα αντικείμενα ως ελληνικά», επισημαίνει. «Eνας κούρος, για παράδειγμα, μπορεί να αναγνωριζόταν περισσότερο ως έκφραση της ανδρικής ιδιότητας ή της κοινωνικής θέσης παρά ως δήλωση ελληνικής ταυτότητας».



