Υπάρχει μια φωτογραφία, αυτή που βλέπετε. Είναι η τελευταία φωτογραφία του Τσε Γκεβάρα εν ζωή. Τραβήχτηκε στις 8 Οκτωβρίου 1967 την μέρα που οι Βολιβιανοί στρατιώτες τον συνέλαβαν.
Είναι 6 το πρωί στη χαράδρα Γιούρο της Βολιβίας. Γύρω στους 180 στρατιώτες χτενίζουν την περιοχή. Καταδιώκουν ένα απόσπασμα ανταρτών. Το είχε εντοπίσει τη προηγούμενη μέρα ένας αγρότης κοντά στο χωριό Λα Ιγκέρα κι είχε ειδοποιήσει το τοπικό διοικητή που με τη σειρά του ενημέρωσε τους ανωτέρους του.
Οι 17 αντάρτες για να έχουν ελπίδες να ξεφύγουν χωρίζονται σε ομάδες. Οι έξι από αυτούς που ξέρουν καλύτερα την περιοχή θα καταφέρουν να ξεφύγουν και να καταφύγουν αργότερα στη Χιλή.
Μεταξύ των 11 που έμειναν ήταν και ο Τσε. Είναι περικυκλωμένος. Οι 187 Βολιβιανοί στρατιώτες χτενίζουν την περιοχή. Τον ανακαλύπτουν και γίνεται σκληρή μάχη. Οι σφαίρες των ανταρτών τελειώνουν, ο Τσε έχει τραυματιστεί από σφαίρα στο αριστερό πόδι και δεν αργεί να εντοπιστεί.
Ζωντανοί είναι μόλις τρεις. Ο Χουάν Πάμπλο Τσανγκ βαριά τραυματισμένος θα πεθάνει δύο μέρες μετά. Τον Τσε τον βοηθά να περπατήσει ο Σίμου Κούμπα.
Για να σώσει τον φίλο του φωνάζει στους στρατιώτες.
– Ξέρετε ποιος είναι αυτός; Ο Τσε. Ζωντανός σας είναι πολύτιμος, νεκρός… άχρηστος.
Τον δένουν και τον μεταφέρουν στο Δημοτικό σχολείο του χωριού Λας Ιγέρας που σημαίνει «συκιά» στα ελληνικά.
Την καταδίωξη του Τσε Γκεβάρα παρακολουθεί στενά και ο απεσταλμένος της CIA στη Βολιβία, ο Φελίξ Ροντρίγκες, ο οποίος μεταφέρει την είδηση της σύλληψης στα κεντρικά της υπηρεσίας του. Σύντομα φτάνει κι αυτός στη Λα Ιγκέρα.
Οι ανακρίσεις έχουν ξεκινήσει. Τις έχει αναλάβει ο υπαξιωματικός Μάριο Τεράν. Είναι ο άνθρωπος που την επόμενη μέρα θα τον εκτελέσει.
Το 1977 μίλησε στο γαλλικό περιοδικό Paris Match και περιέγραψε τις τελευταίες στιγμές του επαναστάτη:
«Δίστασα για 40 λεπτά πριν εκτελέσω την εντολή. Πήγα να δω τον Συνταγματάρχη Πέρες ελπίζοντας ότι την είχε ανακαλέσει. Αλλά ο συνταγματάρχης ήταν έξαλλος. Έτσι έφυγα. Αυτή ήταν η χειρότερη στιγμή της ζωής μου. Όταν έφτασα, ο Τσε καθόταν σε ένα παγκάκι. Μόλις με είδε, είπε: Ήρθες να με σκοτώσεις. Ένιωσα τρομοκρατημένος και έσκυψα το κεφάλι μου χωρίς να απαντήσω. Τότε με ρώτησε: Τι είπαν οι άλλοι; Απάντησα ότι δεν είχαν πει τίποτα, και μου είπε: Ήταν γενναίοι! Δεν τόλμησα να πυροβολήσω. Εκείνη τη στιγμή, είδα τον Τσε μεγάλο, πολύ μεγάλο, τεράστιο. Τα μάτια του έλαμπαν έντονα. Τον ένιωσα να υψώνεται πάνω μου, και όταν με κοίταξε κατάματα, ένιωσα ζάλη. Νόμιζα ότι με μια γρήγορη κίνηση, ο Τσε θα μπορούσε να πάρει το όπλο μου. Ηρέμησε, μου είπε, και στόχευσε καλά! Θα σκοτώσεις έναν άνθρωπο! Έπειτα έκανα ένα βήμα πίσω, προς την πόρτα, έκλεισα τα μάτια μου και έριξα την πρώτη ριπή. Ο Τσε, με τα πόδια του θρυμματισμένα, έπεσε στο έδαφος, σπαρταρούσε και άρχισε να αιμορραγεί ακατάπαυστα. Ανέκτησα την ψυχραιμία μου και έριξα τη δεύτερη ριπή, η οποία τον χτύπησε στο χέρι, στον ώμο και στην καρδιά. Ήταν ήδη νεκρός».
Μόνο που η ιστορία δεν τελειώνει εδώ. Το 2007 ο Μάριο Τεράν είναι απόστρατος, υποφέρει από καταρράκτη και βλέπει μόνο σκιές. Προσπαθεί να προσαρμοστεί στην νέα κατάσταση, να το πάρει απόφαση ότι όσα χρόνια του απομένουν θα είναι τυφλός.
Την ίδια εποχή οι σχέσεις της Βολιβίας με την Κούβα έχουν αποκατασταθεί. Κι η χώρα έχει στείλει εθελοντές γιατρούς. Κάποιοι από αυτούς επισκέπτονται την πόλη του, την Σάντα Κρουζ ντελά Σιέρα. Τους επισκέπτεται και του επαναφέρουν την χαμένη του όραση με μια εγχείρηση για τον καταρράκτη.
Ο γιος του μάλιστα έστειλε και ευχαριστήρια επιστολή που δημοσιεύτηκε στην τοπική εφημερίδα. Ήταν λίγες μέρες πριν την επέτειο θανάτου του Τσε, αρχές Οκτωβρίου.
Αυτή απόδειξη ότι η ζωή όταν θέλει γράφει απίστευτες ιστορίες.


