Από την Αμερική και τις πλούσιες ευρωπαϊκές χώρες μέχρι τις μεγάλες αναδυόμενες αγορές, όπως η Βραζιλία και η Κίνα, οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στο Ιράν γίνονται αισθητές σε ολόκληρο τον κόσμο. Η άνοδος των τιμών ενέργειας, των λιπασμάτων και των τροφίμων θα μας επηρεάσουν όλους. Ωστόσο, οι φτωχότερες χώρες υποφέρουν περισσότερο και δεν τους έχει δοθεί σχεδόν καθόλου προσοχή.

Ο πόλεμος στο Ιράν είναι το τελευταίο ανάμεσα σε πολλά εμπόδια που έχουν αντιμετωπίσει τα τελευταία χρόνια οι χώρες χαμηλού και χαμηλού προς μεσαίου εισοδήματος, όπου ζουν περίπου 3,8 δισεκατομμύρια άνθρωποι ή σχεδόν το 50% του παγκόσμιου πληθυσμού. Σε αυτά τα κράτη, σχεδόν οι μισές δαπάνες ενός μέσου νοικοκυριού αφορούν τρόφιμα και ενέργεια.
Σήμερα, περίπου 75 χώρες έχουν μέσο ετήσιο κατά κεφαλήν εισόδημα κάτω των 4.500 δολαρίων. Ορισμένες ευθύνονται για τα προβλήματά τους, καθώς είναι αποτέλεσμα κακής εσωτερικής διαχείρισης και διαφθοράς, που αυξάνουν το χρέος και τον πληθωρισμό. Αντιμετωπίζουν όμως παράλληλα ισχυρές πιέσεις από το εξωτερικό και οι περισσότερες δεν έχουν λόγο στη λήψη σημαντικών αποφάσεων για παγκόσμια ζητήματα που τις αφορούν ιδιαίτερα.
Το τελευταίο κύμα οικονομικού χάους ανατρέπει την πορεία των φτωχότερων χωρών που είχαν γυρίσει σελίδα στα δημοσιονομικά τους. Πολλά κράτη είχαν βελτιώσει την οικονομική τους κατάσταση, είχαν φέρει υπό έλεγχο τον πληθωρισμό και άνοιγαν τις οικονομίες τους στο παγκόσμιο εμπόριο. Συνολικά, αυτή η ομάδα επρόκειτο να καταγράψει ισχυρή οικονομική ανάπτυξη, με στήριγμα από τους άφθονους φυσικούς πόρους και τον αυξανόμενο αριθμό νέων ανθρώπων.
Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος εξαρτώνται από τις εισαγωγές λιπασμάτων, πετρελαίου και φυσικού αερίου, ενώ πολλές εισάγουν και τρόφιμα. Η εκτίναξη του κόστους αυτών των εμπορευμάτων σε συνδυασμό με την πτώση της αξίας των τοπικών νομισμάτων σε σύγκριση με το δολάριο, το οποίο συνήθως είναι αναγκαίο για την απόκτηση των εισαγωγών, ασκεί τεράστια πίεση και στα νοικοκυριά και τα κρατικά ταμεία.
Ωστόσο, δεν είναι μόνο ο πόλεμος στο Ιράν που εμποδίζει την πρόοδο αυτών των κρατών, καθώς στο μεταξύ καταρρέει και η παγκόσμια τάξη. Υπό τον Donald Trump, η μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη απομακρύνεται από θεσμούς που είχε η ίδια βοηθήσει να δημιουργηθούν. Επίσης, ξέσπασαν πόλεμοι, ενώ ο ανταγωνισμός μεταξύ των δύο υπερδυνάμεων, της Κίνας και των ΗΠΑ, κλιμακώνεται.
Η αστάθεια γίνεται κανόνας. Οταν οι χώρες αποσύρονται από τη συνεργασία και όταν το εμπόριο και οι διεθνείς σχέσεις δεν διοικούνται πια από κοινώς αποδεκτούς κανόνες, περισσότερο υποφέρουν οι φτωχές χώρες.
Πλήγμα αποτελεί και ο κατακερματισμός του παγκόσμιου εμπορίου. Πολλές χώρες χαμηλού εισοδήματος είχαν μόλις αρχίσει να ωριμάζουν, προσπαθώντας να ενσωματωθούν στην παγκόσμια οικονομία. Ωστόσο, διαπιστώνουν ότι το παραδοσιακό μονοπάτι της ανάπτυξης με ώθηση από τις εξαγωγές είναι μπλοκαρισμένο λόγω των δασμών.
Αυτές οι χώρες χρειάζονται πρόσβαση σε χρηματοδότηση από το εξωτερικό, καθώς έχουν χαμηλά επίπεδα αποταμίευσης και τα χρηματοπιστωτικά τους συστήματα δεν έχουν αναπτυχθεί επαρκώς για να στηρίξουν τους επιχειρηματίες. Ωστόσο, πολλοί επενδυτές προτιμούν την ασφάλεια των αμερικανικών ή των ιαπωνικών κρατικών ομολόγων αντί να χρηματοδοτήσουν πιθανώς πιο κερδοφόρες αλλά πιο ριψοκίνδυνες επενδύσεις σε χώρες χαμηλού εισοδήματος.
Η έλλειψη συναίνεσης σε ζητήματα όπως η κλιματική αλλαγή πλήττουν την παραγωγικότητα στη γεωργία, που αποτελεί στήριγμα για ορισμένες από αυτές τις χώρες. Η αυξανόμενη συχνότητα φυσικών καταστροφών επιδεινώνει περαιτέρω την κατάσταση.
Η τεχνητή νοημοσύνη είναι μία ακόμα επιπλοκή που απειλεί την πρόοδο των φτωχών χωρών. Ενώ έχει τη δυνατότητα να ενισχύσει τη δραστηριότητα, μπορεί επίσης να προκαλέσει εσωτερικές αναταραχές μειώνοντας τις προοπτικές για την απασχόληση.
Οι χώρες χαμηλού εισοδήματος θα έπρεπε να βάλουν τάξη στα δημόσια ταμεία. Με πειθαρχημένες κυβερνητικές πολιτικές θα αποκτήσουν περιθώριο ελιγμού μέσω αυξημένων κοινωνικών δαπανών όταν υπάρχουν εξωτερικά πλήγματα. Η μεγαλύτερη αυτονομία των κεντρικών τραπεζών στη διαχείριση της νομισματικής πολιτικής μπορεί να βοηθήσει στον έλεγχο του πληθωρισμού και να μειώσει τον κίνδυνο φυγής κεφαλαίων. Η διαχείριση και η μείωση της εξάρτησης από το χρέος και αντ’ αυτού η δημιουργία συνθηκών για σταθερότερη χρηματοδότηση, όπως οι άμεσες ξένες επενδύσεις, θα βοηθούσε στην προστασία από μεταβολές στις παγκόσμιες χρηματοπιστωτικές συνθήκες. Κυρίως, όμως, οφείλουν να περιορίσουν τη διαφθορά και να ενισχύσουν τους θεσμούς.
Είναι οξύμωρο να υποθέτει κανείς ότι τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι ευάλωτες χώρες δεν θα επηρεάσουν τις πλουσιότερες και μεγαλύτερες οικονομίες. Οι μεταναστευτικές ροές που προκαλούνται από την οικονομική απόγνωση και την επιθυμία για διαφυγή από τις συγκρούσεις δεν θα συγκρατηθούν.
Οι πλουσιότερες και ισχυρότερες χώρες μπορούν να βοηθήσουν τις φτωχότερες. Η ενίσχυση των παγκόσμιων θεσμών και των κανόνων του διεθνούς εμπορίου θα βοηθήσει όλους, αλλά ιδίως τις φτωχές χώρες. Η μείωση των ελλειμμάτων στους προϋπολογισμούς και η διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας θα συμβάλλει στη μείωση των οικονομικών διακυμάνσεων. Κάνοντας τα σωστά βήματα, οι πλουσιότερες χώρες θα μπορούσαν να βοηθήσουν και τους εαυτούς τους και τις φτωχότερες χώρες.


